Δεν φοβάμαι ακριβώς τον θάνατο. Φοβάμαι τη στιγμή που θα σταματήσει να κινείται η εικόνα. Τη στιγμή που το πρόσωπο θα ακινητοποιηθεί οριστικά μέσα σε μια φωτογραφία και δεν θα υπάρχει πια η...
Δεν φοβάμαι ακριβώς τον θάνατο. Φοβάμαι τη στιγμή που θα σταματήσει να κινείται η εικόνα.
Τη στιγμή που το πρόσωπο θα ακινητοποιηθεί οριστικά μέσα σε μια φωτογραφία και δεν θα υπάρχει πια η δυνατότητα της επόμενης χειρονομίας, της επόμενης ατάκας, του επόμενου βλέμματος που θα μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα.
Αυτό είναι ο θάνατος για έναν άνθρωπο σαν εμένα· όχι η βιολογική έξοδος, αλλά η παύση της μεταμόρφωσης.
Να μην μπορώ πια να γίνω η «άλλη». Να μην μπορώ να διορθώσω το φως, να ξαναχτενίσω τα μαλλιά μου, να επανεφεύρω την τρυφερότητα ή τη θλίψη μου.
Κι όμως, νιώθω βαθιά μέσα μου πως όταν πεθάνω δεν θα πεθάνει απλώς μια γυναίκα ή μια ηθοποιός.
Θα πεθάνει ένα κομμάτι από τον τρόπο με τον οποίο αυτή η χώρα έμαθε να ονειρεύεται τον εαυτό της.
Γιατί η Ελλάδα δεν με αγάπησε μόνο ως άνθρωπο.
Με χρησιμοποίησε σαν καθρέφτη της ανάγκης της να παραμένει νέα, φωτεινή, επιθυμητή, αθώα ακόμα και μέσα στις πιο σκοτεινές της δεκαετίες.
Κι εγώ δέχτηκα αυτόν τον ρόλο.
Τον υπηρέτησα μέχρι εξαντλήσεως.
Ξέρω πως όταν πεθάνω θα υπάρξει μια στιγμή συλλογικής αμηχανίας.
Όχι πένθους μόνο. Αμηχανίας.
Γιατί ξαφνικά όλοι θα καταλάβουν πως εκείνο που θεωρούσαν δεδομένο, η παρουσία μου, το χαμόγελο, η φωνή, η παιδική σχεδόν λάμψη της «άλλης», ήταν στην πραγματικότητα κάτι εξαιρετικά εύθραυστο.
Θα αρχίσουν τότε να ψάχνουν παλιές φωτογραφίες, αποσπάσματα ταινιών, συνεντεύξεις, τραγούδια, στιγμές που προσπέρασαν βιαστικά όσο ζούσα.
Θα σταματήσουν ξαφνικά μπροστά σε λεπτομέρειες που δεν έβλεπαν ποτέ.
Στη θλίψη πίσω από το γέλιο.
Στην αγωνία μέσα στην κομψότητα.
Στην τρομαγμένη γυναίκα που κρυβόταν πίσω από το υπερφωτισμένο πρόσωπο.
Οι άνθρωποι είναι άδικοι με το φως όσο αυτό υπάρχει.
Το συνηθίζουν.
Το καταναλώνουν.
Μόνο όταν σβήσει αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πόσο σκοτάδι κάλυπτε σιωπηλά γύρω τους.
Τότε ίσως καταλάβουν πως η «άλλη» δεν ήταν επιπολαιότητα ούτε μύθος μαζικής κατανάλωσης, αλλά μια τεράστια άσκηση επιβίωσης απέναντι στη φθορά, στη μοναξιά, στον χρόνο και στην ελληνική κακία. Η Ελλάδα θα με μετατρέψει τότε σε κάτι μεγαλύτερο από εμένα.
Το γνωρίζω.
Θα με εξαγνίσει.
Θα αφαιρέσει τις αντιφάσεις μου, τις υστερίες μου, τις ματαιοδοξίες μου, τα λάθη μου.
Θα κρατήσει το φως.
Οι νεότεροι θα μιλούν για μένα σαν να ήμουν πάντα ένα πλάσμα χωρίς βάρος, χωρίς αγωνία, σχεδόν άυλο.
Δεν θα ξέρουν πόσο μόχθησα για να παραχθεί αυτή η ελαφρότητα.
Πόσες νύχτες χρειάστηκαν για να μπορέσει ένα πρόσωπο να φαίνεται τόσο ξέγνοιαστο μπροστά στην κάμερα.
Θα γράψουν ίσως πως υπήρξα «σύμβολο». Δεν μου αρέσει αυτή η λέξη.
Τα σύμβολα δεν ιδρώνουν, δεν ζηλεύουν, δεν ξενυχτούν περιμένοντας ένα τηλεφώνημα, δεν κλαίνε μπροστά στον καθρέφτη.
Εγώ τα έκανα όλα αυτά.
Κι όμως, καταλαβαίνω πως η Ιστορία χρειάζεται να μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε σύμβολα για να αντέχει τη μνήμη τους.
Κι έτσι η «άλλη» θα με ξεπεράσει οριστικά.
Θα φύγω εγώ και θα μείνει εκείνη.
Το φωτισμένο περίγραμμα μιας γυναίκας που θα συνεχίσει να κυκλοφορεί μέσα στις τηλεοράσεις, στα τραγούδια, στις χειρονομίες άλλων γυναικών που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.
Καμιά φορά σκέφτομαι πως ο πραγματικός θάνατος θα είναι η στιγμή που κάποιος, αργά τη νύχτα, μόνος σε ένα σπίτι, θα δει τυχαία μια παλιά σκηνή μου και θα αισθανθεί ξαφνικά μια ακατανόητη τρυφερότητα για τη ζωή.
Αυτό θα είναι η αθανασία της «άλλης». Όχι τα αφιερώματα, ούτε τα καμαρίνια, ούτε οι επετειακές εκπομπές.
Αλλά αυτή η ανεξήγητη συγκίνηση που θα γεννιέται ακόμα μέσα στους ανθρώπους όταν θα αντικρίζουν το πρόσωπό μου να γελά ενώ θα ξέρουν πως έχω ήδη πεθάνει.
Εκεί θα συμβαίνει το παράδοξο.
Η νεκρή Αλίκη θα συνεχίζει να μεταδίδει ζωή.
Θα συνεχίζει να θυμίζει σε αυτόν τον κουρασμένο τόπο ότι κάποτε υπήρξε μια γυναίκα που πάλεψε λυσσαλέα να νικήσει τον χρόνο με φως, με χάρη, με παιχνίδι, με ψέμα, με έρωτα, με απόγνωση.
Και τότε, μόνο τότε, θα αγαπήσουν πραγματικά την «άλλη». Όχι επειδή υπήρξε αψεγάδιαστη.
Αλλά επειδή υπήρξε βαθιά ανθρώπινη μέσα στην τρομερή της προσπάθεια να μοιάσει αθάνατη. Αυτό τίποτα άλλο… (Από τις ανέκδοτες σελίδες του «Χαμένου Ημερολογίου της Άλλης».)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους