Πάντα έλεγα ψέματα όταν φοβόμουν ότι η αλήθεια δεν θα αρκούσε για να με κρατήσει κάποιος κοντά του. Όχι μεγάλα ψέματα. Μικρές μετατοπίσεις της πραγματικότητας, μικρές σκηνοθεσίες επιβίωσης. Ένα...
Πάντα έλεγα ψέματα όταν φοβόμουν ότι η αλήθεια δεν θα αρκούσε για να με κρατήσει κάποιος κοντά του.
Όχι μεγάλα ψέματα.
Μικρές μετατοπίσεις της πραγματικότητας, μικρές σκηνοθεσίες επιβίωσης.
Ένα βλέμμα πιο αθώο από όσο ήμουν.
Μια θλίψη πιο κομψή.
Μια χαρά πιο εκτυφλωτική.
Έμαθα πολύ νωρίς πως οι άνθρωποι δεν αγαπούν την αλήθεια ενός προσώπου αλλά την αφήγησή του.
Κι εγώ έγινα αφήγηση πριν προλάβω να γίνω γυναίκα.
Ένας διαρκής μηχανισμός εικόνων.
Άλλοτε ήμουν η εύθραυστη, άλλοτε η ακαταμάχητη, άλλοτε η αστεία, άλλοτε η τραγική.
Προστάτευα αυτούς τους ρόλους με μανία γιατί χωρίς αυτούς φοβόμουν ότι δεν θα απέμενε τίποτα.
Ένα κορίτσι μόνο, τρομαγμένο, εγκαταλελειμμένο μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο καθρέφτες.
Οι ρόλοι με έσωζαν από την απόλυτη έκθεση.
Με έκαναν να υπάρχω ελεγχόμενα.
Να δίνω στους άλλους μια μορφή που μπορούν να αντέξουν.
Γιατί η αλήθεια μου, η γυμνή αλήθεια μου, ήταν συχνά υπερβολικά σκοτεινή ακόμα και για μένα την ίδια.
Στον έρωτα ειδικά, το ψέμα λειτουργούσε σαν καλλυντικό της ψυχής.
Δεν έλεγα πάντα ψέματα με λόγια.
Έλεγα ψέματα με σιωπές, με καθυστερήσεις, με τρόπους, με κινήσεις.
Έκανα πως δεν ζήλευα ενώ καιγόμουν από μέσα μου.
Έκανα πως δεν πονούσα για να μην με δουν αδύναμη.
Έκανα πως μπορώ να φύγω οποιαδήποτε στιγμή ενώ ήξερα ότι είχα ήδη παραδοθεί ολοκληρωτικά.
Οι άντρες συχνά ερωτεύονταν αυτή την αυτάρκεια που κατασκεύαζα.
Την «άλλη» που δεν καταρρέει ποτέ.
Που μπαίνει σε ένα δωμάτιο και επιβάλλει αμέσως την παρουσία της.
Μα εγώ ήξερα καλά πως αυτή η γυναίκα ήταν προϊόν τρόμου.
Ένα σώμα αμυνόμενο.
Μια τεράστια προσπάθεια να μην φανεί η απελπισμένη ανάγκη μου να αγαπηθώ χωρίς όρους.
Οι ρόλοι με πρoστάτευαν από την ταπείνωση.
Γιατί κάθε φορά που άφηνα κάποιον να δει την αληθινή μου αγωνία, αισθανόμουν σαν να τον εξοπλίζω εναντίον μου.
Γι’ αυτό επέστρεφα πάντα στην παράσταση.
Στην επιμελημένη εκδοχή του εαυτού μου.
Στην «άλλη». Το θέατρο δεν υπήρξε ποτέ απλώς επάγγελμα για μένα.
Υπήρξε ο μόνος χώρος όπου το ψέμα αποκτούσε ηθική αθωότητα.
Εκεί επιτρεπόταν να μεταμορφώνεσαι.
Να μην είσαι μία.
Να διαλύεσαι σε πρόσωπα, διαθέσεις, σώματα, φωνές.
Κι εγώ λάτρευα αυτή τη δυνατότητα σχεδόν αρρωστημένα.
Γιατί πάνω στη σκηνή το ψέμα γινόταν αλήθεια για λίγες ώρες.
Οι άνθρωποι έκλαιγαν, αγαπούσαν, πονούσαν εξαιτίας μιας επινόησης.
Αυτό με συγκινούσε βαθιά.
Σκεφτόμουν συχνά πως ίσως κι εγώ να είμαι μια επινόηση που κάποιοι αγάπησαν αληθινά.
Μια τεχνητή λάμψη που όμως τους παρηγόρησε.
Κι έτσι άρχισα να προστατεύω τους ρόλους μου όπως προστατεύει κανείς τα τελευταία του υπάρχοντα μετά από μια καταστροφή.
Δεν ήθελα να πεθάνει η «άλλη» γιατί χωρίς αυτήν θα έπρεπε να εμφανιστώ εγώ.
Η άυπνη.
Η φοβισμένη.
Η γεμάτη αντιφάσεις.
Η γυναίκα που κοιτάζει το τηλέφωνο μέσα στη νύχτα και περιμένει ένα σημάδι αγάπης σαν παιδί.
Καταλαβαίνω τώρα πως δεν αγαπούσα το ψέμα επειδή ήθελα να εξαπατήσω τους άλλους.
Το αγαπούσα επειδή μου έδινε χρόνο.
Χρόνο να αντέξω τον εαυτό μου.
Οι ρόλοι ήταν σαν μεταξωτά υφάσματα πάνω σε τραύματα που δεν έκλεισαν ποτέ.
Κάθε φορά που έσβηναν τα φώτα και έμενα μόνη, αισθανόμουν γύρω μου όλες τις γυναίκες που υπήρξα.
Την ερωτευμένη, τη σταρ, τη σύζυγο, την προδομένη, τη μητέρα, τη θριαμβεύτρια, την εγκαταλελειμμένη.
Καμία τους δεν ήταν εντελώς ψεύτικη και καμία τους δεν ήταν ολόκληρη εγώ.
Αυτό ήταν το μαρτύριό μου.
Δεν ήξερα ποτέ ποια από όλες έπρεπε τελικά να σωθεί.
Γι’ αυτό κρατούσα τους ρόλους ζωντανούς.
Γι’ αυτό υπερασπιζόμουν ακόμα και τα πιο επικίνδυνα ψέματα μου.
Γιατί μέσα σε αυτά υπήρχε κάτι βαθιά ανθρώπινο: η αγωνία ενός πλάσματος να μην αντικρίσει ποτέ ολοκληρωτικά τη μοναξιά του. (Από τις ανέκδοτες σελίδες του «Χαμένου Ημερολογίου της Άλλης».)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους