Τις τελευταίες μέρες λαμβάνω δεκάδες μηνύματα. Και όσο τα διαβάζω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι κάτω από τις διαφορετικές ιστορίες, τις διαφορετικές ηλικίες, τις διαφορετικές ζωές και πληγές...
Τις τελευταίες μέρες λαμβάνω δεκάδες μηνύματα. Και όσο τα διαβάζω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι κάτω από τις διαφορετικές ιστορίες, τις διαφορετικές ηλικίες, τις διαφορετικές ζωές και πληγές, υπάρχει τελικά μία και μόνη αγωνία που επιστρέφει ακατάπαυστα σαν υπόγειο ρεύμα. «Πώς αλλάζει τελικά η ζωή ενός ανθρώπου;» Και αρχίζω να πιστεύω πως αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ερώτηση της εποχής μας.
Όχι η οικονομία.
Όχι οι εκλογές.
Όχι οι δείκτες ανάπτυξης.
Όχι οι αλγόριθμοι.
Αλλά το αν ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να μεταβάλει τον εσωτερικό του νόμο πριν απολιθωθεί οριστικά μέσα στον φόβο του.
Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν πραγματικά.
Διαχειρίζονται τον εαυτό τους.
Σαν κουρασμένοι υπάλληλοι μιας αόρατης εσωτερικής διοίκησης που τους παρακολουθεί αδιάκοπα.
Πρόσεχε πώς θα μιλήσεις.
Πρόσεχε πώς θα φανείς.
Πρόσεχε τι θα πεις.
Πρόσεχε μήπως απορριφθείς.
Πρόσεχε μήπως δεν αγαπηθείς.
Πρόσεχε μήπως αποκαλυφθείς.
Και έτσι ο άνθρωπος σιγά σιγά μαθαίνει να υπάρχει όπως υπάρχουν τα ζώα που μεγάλωσαν χρόνια σε κλουβί: ακόμη κι όταν ανοίξει η πόρτα, φοβούνται να φύγουν.
Πολλοί από όσους μου γράφουν περιγράφουν ακριβώς αυτό χωρίς να το ξέρουν.
Μιλούν για παιδικά χρόνια γεμάτα επιτήρηση.
Για τη διαρκή ανάγκη να «διαβάζουν το δωμάτιο». Να ανιχνεύουν βλέμματα, διαθέσεις, κινδύνους.
Να μικραίνουν τον εαυτό τους για να χωρούν μέσα στην οικογένεια, στην κοινωνία, στο σχολείο, στην επαρχία, στον ανδρισμό, στις θηλυκότητες, στη θρησκεία, στην κανονικότητα.
Και τότε συμβαίνει κάτι τρομακτικό.
Το παιδί δεν μαθαίνει απλώς να φοβάται τους άλλους.
Μαθαίνει να φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.
Κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική παραμόρφωση ενός πολιτισμού.
Όχι όταν καταρρέουν οι οικονομίες.
Όχι όταν αλλάζουν κυβερνήσεις.
Αλλά όταν οι άνθρωποι εκπαιδεύονται από μικροί να θεωρούν επικίνδυνη την αλήθεια του ίδιου τους του προσώπου.
Γι’ αυτό και πιστεύω όλο και περισσότερο ότι η κρίση της εποχής μας δεν είναι πρωτίστως πολιτική.
Είναι υπαρξιακή και ανθρωπολογική.
Ζούμε σε κοινωνίες που παράγουν εξαντλημένους ανθρώπους με άριστες δεξιότητες προσαρμογής.
Ανθρώπους λειτουργικούς αλλά εσωτερικά διαλυμένους.
Ανθρώπους που μπορούν να εργάζονται δεκατέσσερις ώρες, να διαχειρίζονται εφαρμογές, να παράγουν περιεχόμενο, να φωτογραφίζονται συνεχώς, να μιλούν αδιάκοπα αλλά δεν αντέχουν πέντε λεπτά σιωπής μόνοι με τον εαυτό τους.
Γιατί μέσα στη σιωπή αρχίζει να ακούγεται εκείνο το παλιό παιδί που έμαθε να κρύβεται.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο ψέμα της σύγχρονης κουλτούρας αυτοβελτίωσης: ότι η αλλαγή είναι απλώς μια τεχνική διαδικασία.
Λίγη θετική σκέψη.
Λίγη αυτοπεποίθηση.
Μερικές συμβουλές productivity.
Μερικές ασκήσεις mindfulness.
Μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Όχι.
Η πραγματική αλλαγή είναι σχεδόν τραγωδία.
Γιατί για να αλλάξει πραγματικά ένας άνθρωπος, πρέπει πρώτα να καταρρεύσει ο τρόπος με τον οποίο επιβίωνε μέχρι τώρα.
Και αυτό είναι αφόρητο.
Ο άνθρωπος δεν κρατιέται μόνο από τις χαρές του.
Κρατιέται και από τις αστοχίες του.
Από τις άμυνές του.
Από τους ρόλους του.
Από τις μάσκες που κάποτε τον προστάτευσαν όταν ήταν αδύναμος.
Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι φοβούνται την αλλαγή όχι επειδή δεν μπορούν να αλλάξουν, αλλά επειδή καταλαβαίνουν, έστω ασυνείδητα, ότι θα χρειαστεί να πενθήσουν ολόκληρη την ταυτότητα με την οποία έζησαν μέχρι σήμερα.
Και αυτό είναι η άβυσσος.
Να ανακαλύπτεις ότι μεγάλο μέρος της ζωής σου δεν ήταν ακριβώς ελευθερία, αλλά στρατηγική επιβίωσης.
Ότι πολλές επιλογές σου έγιναν για να μη χάσεις την αποδοχή.
Ότι πολλές σχέσεις σου χτίστηκαν επάνω στον φόβο.
Ότι πολλές ιδέες σου ήταν απλώς μηχανισμοί άμυνας.
Ότι πολλές «δυνάμεις» σου ήταν καλά οργανωμένες μορφές τρόμου.
Κάποτε ο άνθρωπος φοβόταν τους κεραυνούς και τις αρρώστιες.
Σήμερα φοβάται περισσότερο την αποκάλυψη του εαυτού του.
Γιατί ο σύγχρονος πολιτισμός δεν κυβερνά κυρίως με απαγορεύσεις.
Κυβερνά με αυτοεπιτήρηση.
Έκανε τον άνθρωπο δεσμοφύλακα του ίδιου του του προσώπου.
Και μέσα σε όλο αυτό το τοπίο, η μεγαλύτερη επανάσταση ίσως δεν είναι πια πολιτική αλλά υπαρξιακή: να μπορέσει κάποιος να υπάρξει χωρίς να απολογείται διαρκώς για την ύπαρξή του.
Αυτό όμως δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη.
Γίνεται αργά.
Σχεδόν αόρατα.
Ένας άνθρωπος μιλά διαφορετικά στο παιδί του.
Ένας πατέρας ακούει πρώτη φορά πραγματικά τον γιο του.
Κάποιος σταματά να ειρωνεύεται διαρκώς τον εαυτό του πριν τον ειρωνευτούν οι άλλοι.
Κάποιος παύει να ζητά συγγνώμη επειδή υπάρχει.
Κάποιος κοιμάται ένα βράδυ χωρίς πανικό.
Κάποιος μπαίνει σε ένα δωμάτιο χωρίς να χρειάζεται να γίνει αόρατος.
Εξωτερικά μοιάζουν ασήμαντα.
Υπαρξιακά είναι σεισμοί.
Γιατί εκεί αλλάζει ο εσωτερικός νόμος του ανθρώπου.
Και ίσως εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι ακόμη, βαθύτερο και δυσκολότερο.
Γιατί ο άνθρωπος δεν αλλάζει μόνο με αναλύσεις.
Δεν αλλάζει μόνο επειδή κατάλαβε το τραύμα του, τις αστοχίες του, τους φόβους του.
Η γνώση από μόνη της δεν σώζει πάντοτε τον άνθρωπο.
Υπάρχουν άνθρωποι που κατανοούν με τρομακτική ακρίβεια το σκοτάδι τους και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να βυθίζονται μέσα του.
Τότε τι είναι αυτό που πραγματικά μεταβάλλει έναν άνθρωπο; Ίσως η αίσθηση ότι, ακόμη και μέσα στη μεγαλύτερη εσωτερική του πτώση, δεν παύει να είναι άξιος αγάπης.
Και εδώ αρχίζει το πιο δύσκολο σημείο.
Εκεί όπου η ψυχολογία τελειώνει και αρχίζει η υπαρξιακή θεολογία του ανθρώπου.
Γιατί ο Χριστός δεν εμφανίζεται στην ιστορία ως ηθικολόγος.
Ούτε ως λογιστής αρετών και αστοχιών.
Εμφανίζεται ως η ριζική άρνηση της εγκατάλειψης του ανθρώπου.
Ως η αδιανόητη ιδέα ότι ακόμη και ο πιο πληγωμένος, ο πιο φοβισμένος, ο πιο εσωτερικά διαλυμένος άνθρωπος δεν χάνει ποτέ ολοκληρωτικά το πρόσωπό του.
Αυτό είναι το πιο επαναστατικό γεγονός του Ευαγγελίου.
Ότι ο Χριστός δεν πλησιάζει πρώτα τους «σωστούς». Πλησιάζει τους κουρασμένους.
Τους ντροπιασμένους.
Τους κοινωνικά απορριμμένους.
Εκείνους που έμαθαν να ζουν κρυμμένοι.
Σαν να γνωρίζει ότι ο άνθρωπος αλλάζει πραγματικά μόνο όταν πάψει να φοβάται πως, αν αποκαλυφθεί ολοκληρωτικά, θα πάψει να αγαπιέται.
Γι’ αυτό και η μεγαλύτερη φυλακή του ανθρώπου δεν είναι τελικά οι αστοχίες του.
Είναι η πεποίθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει πως αξίζει να υπάρχει.
Ο σύγχρονος πολιτισμός στηρίζεται ακριβώς επάνω σε αυτή την εξάντληση. Απόδειξε. Παρήγαγε. Βελτιώσου.
Γίνε καλύτερος.
Γίνε πιο επιτυχημένος.
Πιο όμορφος.
Πιο ισχυρός.
Πιο επιθυμητός.
Πιο ορατός.
Και στο τέλος ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αδιάκοπο έργο αυτοκατασκευής, αλλά χάνει το πιο ουσιώδες: την εμπειρία της χάριτος.
Δηλαδή την εμπειρία ότι μπορεί να υπάρξει χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να δικαιολογεί την ύπαρξή του.
Γι’ αυτό και πιστεύω πως η αληθινή αλλαγή αρχίζει μόνο όταν ο άνθρωπος συναντήσει ένα βλέμμα που δεν τον εξευτελίζει.
Ένα βλέμμα που δεν τον αντιμετωπίζει ως αποτυχία, ως χρησιμότητα ή ως ρόλο.
Γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι, ακόμη και σήμερα, έπειτα από δύο χιλιάδες χρόνια, επιστρέφουν ξανά και ξανά στη μορφή του Χριστού.
Όχι επειδή αναζητούν απλώς μια θρησκεία, αλλά επειδή διψούν να πιστέψουν ότι υπάρχει τρόπος να υπάρξεις χωρίς τρόμο.
Ότι δεν είσαι καταδικασμένος να μείνεις αιώνια το φοβισμένο παιδί που έμαθε να γίνεται αόρατο για να επιβιώσει. Η Ανάσταση, πριν γίνει «μεταφυσικό» γεγονός, είναι μια εσωτερική δυνατότητα του ανθρώπου: να σηκωθεί από τον τάφο της ντροπής του.
Να επιστρέψει από την εσωτερική εξορία.
Να ξαναβρεί το χαμένο του πρόσωπο.
Και αυτό δεν γίνεται με θόρυβο.
Γίνεται αργά.
Μυστικά σχεδόν.
Όπως μεγαλώνει το φως λίγο πριν ξημερώσει. Σας ευχαριστώ για όλα αυτά τα μηνύματα και την αγάπη. Στέφανε… ξέρεις εσύ :-) ΜΛ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους