Η Λάσπη που Θυμάται Δρόμος της Εξορίας, Πόντος Την έλεγαν γιαγιά-Φωτεινή, το παιδί στην αγκαλιά της, ο Λάζαρος, ο εγγονός της το μόνο που της είχε απομείνει από την οικογένεια της. Τον πατέρα του...
Η Λάσπη που Θυμάται Δρόμος της Εξορίας, Πόντος Την έλεγαν γιαγιά-Φωτεινή, το παιδί στην αγκαλιά της, ο Λάζαρος, ο εγγονός της το μόνο που της είχε απομείνει από την οικογένεια της.
Τον πατέρα του Λάζαρου τον κρέμασαν στην πλατεία της Κερασούντας. «Προδότης», είπαν, τη μάνα του... δεν γύρισε ποτέ, τις αδερφές του τις έπνιξαν στον ποταμό.
Η γιαγιά Φωτεινή τον έκλεψε. Κυριολεκτικά.
Όταν οι Τσέτες μάζευαν τα παιδιά για «τουρκοποίηση», τον έκρυψε μέσα στη φούστα της.
Περπάτησε 3 μέρες σκυφτή, με το παιδί κουλουριασμένο στα πόδια της. «Αν βήξεις, πεθάναμε», του ψιθύριζε. Ο Λάζαρος δεν έβηξε.
Έμαθε να αναπνέει χωρίς ήχο. 8 χρονών.
Τώρα είναι εδώ.
Στη λάσπη.
Η πορεία του θανάτου. Χιλιάδες Πόντιοι.
Γυναίκες, γέροι, παιδιά.
Όσους δεν σκότωσαν επί τόπου, τους έστειλαν να περπατήσουν μέχρι να πεθάνουν.
Βροχή, λάσπη μέχρι τον αστράγαλο, κρύο που μπαίνει στα κόκαλα.
Μπροστά τους, βουνά, πίσω τους, φωτιά.
Τα χωριά τους καίγονται.
Δίπλα τους, οι φρουροί με όπλα, με μαστίγια.
Όποιος έπεφτε, έμενε εκεί. Η Φωτεινή το ήξερε.
Το είχε δει πολλές φορές σήμερα. Ο Λάζαρος τρέμει, όχι από το κρύο από τον φόβο.
Τα μάτια του είναι κόκκινα από το βουβό κλάμα.
Κρατάει στο χέρι του ένα μαντήλι, μέσα έχει χώμα από την αυλή του σπιτιού του. «Γιαγιά», ψιθυρίζει. «Θα πεθάνουμε;» Η Φωτεινή τον σφίγγει.
Τα χέρια της, ρυτιδιασμένα, σκληρά από 60 χρόνια δουλειάς, τώρα τρέμουν.
Κοιτάει γύρω.
Άντρες με δέματα στην πλάτη, γυναίκες με μωρά πεθαμένα στην αγκαλιά.
Η λάσπη καταπίνει τις πατημασιές τους.
Σαν να μην πέρασαν ποτέ από εδώ.
Λέει ψέματα.
Το πρώτο και τελευταίο ψέμα της ζωής της. «Όχι, πουλί μου.
Θα ζήσουμε και θα γυρίσουμε.» Ξέρει πως δεν θα γυρίσουν.
Ξέρει πως πιθανότα δεν θα ζήσουν.
Αλλά αν του το πει, ο Λάζαρος θα αφήσει τα πόδια του να λυγίσουν και αν λυγίσουν τα πόδια, τελείωσε.
Περπατούν, ώρες, μέρες. Ο Λάζαρος σκοντάφτει. Η Φωτεινή τον κρατάει όρθιο. Η Φωτεινή σκοντάφτει. Ο Λάζαρος την τραβάει.
Κρατιούνται, όχι από δύναμη από πείσμα. «Δεν θα τους κάνω τη χάρη να πεθάνω εδώ», σκέφτεται η Λάζαρος. «Δεν θα τους κάνω τη χάρη να αφήσω το παιδί», σκέφτεται η Φωτεινή.
Το βράδυ, κοιμούνται όρθιοι, ακουμπισμένοι ο ένας στον άλλον.
Η λάσπη τους σκεπάζει μέχρι τη μέση. Η Φωτεινή του τραγουδάει.
Όχι νανούρισμα.
Μοιρολόι. «Την Πατρίδαν μ’ έχασα... έκλαψεν, εχάλασεν...» Ο Λάζαρος δεν κλαίει.
Έχει ξεχάσει πώς.
Μόνο σφίγγει το μαντήλι με το χώμα. Η Φωτεινή δεν αντέχει άλλο.
Τα γόνατά της λυγίζουν, πέφτει στη λάσπη. Ο Λάζαρος ουρλιάζει. «Γιαγιά!» Η Φωτεινή τον κοιτάει.
Τα μάτια της θολά του δίνει το μαντήλι της. «Πάρε το, Λάζαρε.
Έχει μέσα τα κλειδιά του σπιτιού.
Όταν μεγαλώσεις... να πας να το ανοίξεις.
Να πεις πως γυρίσαμε.» «Γιαγιά, σήκω!» «Περπάτα, γιε μου.
Μην κοιτάς πίσω, μόνο μπροστά και να θυμάσαι: Δεν είσαι ορφανός.
Έχεις εμένα.
Έχεις τον Πόντο και όποιον κουβαλάς στην ψυχή, δεν πεθαίνει.» Ο Λάζαρος κλαίει, την αγκαλιάζει σφιχτά για τελευταία φορά.
Μετά σηκώνεται παίρνει το μαντήλι το δένει στον λαιμό του και περπατάει.
Δεν κοιτάζει πίσω.
Γιατί η γιαγιά-Φωτεινή δεν πέθανε στη λάσπη.
Πέθανε όρθια, μέσα του. 1955. Θεσσαλονίκη. Ο Λάζαρος είναι τώρα Δάσκαλος.
Στην τάξη, έχει κρεμασμένη μια φωτογραφία, μια γριά να αγκαλιάζει ένα παιδί στη λάσπη.
Τα παιδιά τον ρωτούν: «Κύριε, ποιοι είναι;» Χαμογελάει.
Αγγίζει το μαντήλι που φοράει πάντα στον λαιμό του.
Μέσα έχει ακόμα χώμα και ένα σκουριασμένο κλειδί. «Αυτή είναι η γιαγιά μου και αυτό το παιδί, είμαι εγώ.
Δεν γυρίσαμε στον Πόντο.
Αλλά ο Πόντος γύρισε σε μένα και σε εσάς.
Κάθε φορά που θυμάστε, κάθε φορά που περπατάτε μπροστά.» Κλείνει το βιβλίο.
Έξω, βρέχει.
Η λάσπη θυμάται ακόμα. Η Γενοκτονία του Πόντου, 1916-1923. 353.000 ψυχές.
Δεν ήταν αριθμοί.
Ήταν η Φωτεινή.
Ήταν ο Λάζαρος.
Ήταν μια αγκαλιά στη λάσπη που αρνήθηκε να πεθάνει και δεν πέθανε.
Γιατί όσο την κοιτάς αυτή τη φωτογραφία, ο Πόντος ζει. Άννα Δανάλη Ομφαλός της γης ΙΙ Αφιέρωμα στη γενοκτονία των Ποντίων
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους