[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο Γουίλιαμ Μπίνεϊ δεν ήταν κάποιος θεωρητικός συνωμοσιών, ούτε ένας άνθρωπος που εμφανίστηκε ξαφνικά απέναντι στο αμερικανικό κράτος. Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, ήταν το ίδιο το κράτος. Το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο Γουίλιαμ Μπίνεϊ δεν ήταν κάποιος θεωρητικός συνωμοσιών, ούτε ένας άνθρωπος που εμφανίστηκε ξαφνικά απέναντι στο αμερικανικό κράτος.

Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, ήταν το ίδιο το κράτος.

Το 2007, δώδεκα βαριά οπλισμένοι πράκτορες του FBI εισέβαλαν στο σπίτι του στο Μέριλαντ.

Ήταν 64 ετών και εκείνη τη στιγμή έκανε ντους.

Τον βρήκαν γυμνό, με το νερό να τρέχει ακόμα πάνω του, και του κόλλησαν όπλα στο κεφάλι.

Τον ανάγκασαν να βγει, να ντυθεί υπό την απειλή όπλου και έκαναν το σπίτι του άνω κάτω, ψάχνοντας στοιχεία για κατασκοπεία.

Ο άνθρωπος που αντιμετώπιζαν σαν εχθρό, ήταν ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της NSA. Ο Μπίνεϊ είχε μπει στην υπηρεσία το 1969 ως μαθηματικός.

Δεν ήταν πολιτικός διορισμός ούτε άνθρωπος της βιτρίνας.

Ήταν από εκείνους τους αθόρυβους εγκεφάλους που δουλεύουν βαθιά μέσα στους μηχανισμούς ασφαλείας, εκεί όπου χτίζονται τα συστήματα που κανείς πολίτης δεν βλέπει αλλά επηρεάζουν εκατομμύρια ζωές.

Με τα χρόνια απέκτησε πρόσβαση στα υψηλότερα επίπεδα διαβάθμισης και έφτασε στη θέση του τεχνικού διευθυντή.

Οι άνθρωποι μέσα στην NSA τον θεωρούσαν ιδιοφυΐα στην ανάλυση δεδομένων. Το Σύστημα ThinThread Τη δεκαετία του ’90 δημιούργησε το σημαντικότερο έργο της καριέρας του: ένα σύστημα με το όνομα ThinThread.

Η δουλειά του ήταν απλή στη θεωρία και τρομακτικά σύνθετη στην πράξη: να εντοπίζει πραγματικές απειλές μέσα σε ωκεανούς πληροφοριών.

Τηλεφωνικές κλήσεις, emails, ψηφιακά ίχνη, επικοινωνίες από όλο τον κόσμο. Το ThinThread μπορούσε να κάνει αυτό που οι περισσότερες υπηρεσίες πληροφοριών ονειρεύονταν: να ξεχωρίζει το σήμα από τον θόρυβο.

Αλλά υπήρχε κάτι που το έκανε διαφορετικό. Ο Μπίνεϊ είχε μελετήσει το παρελθόν της ίδιας της NSA.

Γνώριζε πολύ καλά την έκθεση της Επιτροπής Τσερτς του 1976, η οποία είχε αποδείξει ότι κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν στραφεί παράνομα εναντίον πολιτών, δημοσιογράφων και ακτιβιστών των πολιτικών δικαιωμάτων.

Ήξερε τι συμβαίνει όταν ένα κράτος αποκτά τεράστια τεχνολογική δύναμη χωρίς όρια.

Γι’ αυτό σχεδίασε το σύστημά του με κάτι σχεδόν πρωτοφανές για τα δεδομένα των μυστικών υπηρεσιών: ενσωματωμένη προστασία της ιδιωτικής ζωής.

Αν το ThinThread εντόπιζε επικοινωνίες Αμερικανών πολιτών, τα στοιχεία κρυπτογραφούνταν αυτόματα.

Για να δει κάποιος ποιος κρυβόταν πίσω από τα δεδομένα, χρειαζόταν δικαστική εντολή.

Η προστασία απέναντι στις αυθαίρετες παρακολουθήσεις —η Τέταρτη Τροπολογία— είχε χτιστεί μέσα στον ίδιο τον κώδικα.

Σαν κανόνας που δεν χρειαζόταν πια δικαστή για να υπάρχει.

Οι δοκιμές του συστήματος ήταν εντυπωσιακές.

Δούλευε καλύτερα και κόστιζε λιγότερο από τα ανταγωνιστικά προγράμματα.

Κι όμως, η ηγεσία της NSA το έθαψε.

Αντί για το ThinThread, προτίμησαν ένα άλλο πρόγραμμα, το Trailblazer.

Πολύ ακριβότερο, ανατεθειμένο σε ιδιωτικούς εργολάβους και, κυρίως, χωρίς τις ίδιες δικλείδες προστασίας.

Η 11η Σεπτεμβρίου και το Σημείο Χωρίς Επιστροφή Λίγο αργότερα ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου.

Και τότε, η NSA χρησιμοποίησε τον τρόμο της καταστροφής ως ευκαιρία.

Πήραν κομμάτια της τεχνολογίας του ThinThread, ξήλωσαν τις γραμμές κώδικα που προστάτευαν την ιδιωτική ζωή και δημιούργησαν ένα νέο, μυστικό πρόγραμμα: το Stellar Wind.

Το σύστημα που είχε σχεδιαστεί για να προστατεύει τη χώρα από εξωτερικές απειλές, άλλαξε κατεύθυνση.

Άρχισε να συλλέγει μαζικά και ακατέργαστα τα δεδομένα των ίδιων των Αμερικανών πολιτών.

Χωρίς ένταλμα.

Χωρίς καμία επίσημη διαδικασία.

Και κυρίως χωρίς κανείς να το γνωρίζει.

Για τον Μπίνεϊ, αυτό ήταν το σημείο χωρίς επιστροφή.

Στις 31 Οκτωβρίου 2001 παραιτήθηκε, αφήνοντας πίσω του τριάντα δύο χρόνια καριέρας και τη σύνταξή του.

Μαζί του αποχώρησαν εθελοντικά και άλλοι υψηλόβαθμοι συνεργάτες του: ο Κερκ Γουίμπι, ο Εντ Λούμις και η Νταϊάν Ρόαρκ.

Δεν έφυγαν επειδή διαφώνησαν σε μια εσωτερική πολιτική.

Έφυγαν γιατί αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι στην ποδοπάτηση του Συντάγματος που είχαν ορκιστεί να προστατεύουν. Ο Μπίνεϊ κινήθηκε απόλυτα «με το βιβλίο». Δεν διέρρευσε έγγραφα στον τύπο.

Ακολούθησε όλες τις επίσημες, νόμιμες διαδικασίες.

Κατέθεσε αναφορές στο Υπουργείο Άμυνας, μίλησε κεκλεισμένων των θυρών σε επιτροπές της Γερουσίας και της Βουλής και προειδοποίησε ότι η NSA είχε μετατραπεί σε μια παράνομη μηχανή εγχώριας κατασκοπείας.

Και παρ’ όλα αυτά, τον αγνόησαν. Η Έφοδος και η Δικαίωση Ώσπου, τον Δεκέμβριο του 2005, οι New York Times έσπασαν τη λογοκρισία και αποκάλυψαν δημόσια το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων.

Ξαφνικά, όσα κατήγγειλε ο Μπίνεϊ επί χρόνια μέσα στο σύστημα επιβεβαιώθηκαν πανηγυρικά.

Και τότε άρχισε η κρατική αντεπίθεση.

Στις 26 Ιουλίου 2007, το FBI πραγματοποίησε ταυτόχρονες, τρομοκρατικές εφόδους στα σπίτια των τεσσάρων πληροφοριοδοτών.

Η εικόνα έμεινε ιστορική: ένας ηλικιωμένος μαθηματικός, γυμνός μέσα στο μπάνιο του, με όπλα στραμμένα στο κεφάλι του από το ίδιο το κράτος που είχε υπηρετήσει για μια ζωή.

Οι αρχές τον απείλησαν με τον δρακόντειο Νόμο περί Κατασκοπείας του 1917, που σήμαινε ισόβια φυλάκιση, εκβιάζοντάς τον να υπογράψει μια συμφωνία σιωπής.

Δεν λύγισε.

Τους απάντησε ότι αν τον πήγαιναν σε δίκη, θα αποκάλυπτε όλη την αλήθεια στο δικαστήριο.

Η κυβέρνηση κατάλαβε ότι θα έχανε και δεν τόλμησε να του απαγγείλει ποτέ κατηγορίες.

Έξι χρόνια αργότερα, ο Έντουαρντ Σνόουντεν επιβεβαίωσε μέχρι τελευταίας τελείας όσα φώναζε ο Μπίνεϊ.

Το έγκλημα ανήκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία.

Αυτό που Μένει Ο Μπίνεϊ δικαιώθηκε ιστορικά, αλλά η παρακολούθηση δεν σταμάτησε ποτέ πραγματικά.

Μέσα από νομικές κερκόπορτες όπως το Άρθρο 702 (Section 702), το Κογκρέσο συνεχίζει να ανανεώνει αυτές τις υπερεξουσίες μέχρι σήμερα.

Σήμερα, ο Μπιλ Μπίνεϊ είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που περπατά αργά και μιλά έγκυρα και ήρεμα.

Μοιάζει περισσότερο με συνταξιούχο καθηγητή παρά με κάποιον που βρισκόταν στην καρδιά του μεγαλύτερου μηχανισμού πληροφοριών στον κόσμο.

Κι όμως, σε συνεργασία με την ACLU και το Electronic Frontier Foundation (EFF), εξακολουθεί να επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα σε όποιον θέλει να ακούσει: Ότι η πιο επικίνδυνη στιγμή για μια δημοκρατία είναι όταν η τεχνολογία αποκτά περισσότερη δύναμη από τους νόμους που τη συγκρατούν.

Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε το σύστημα για να υπακούει στο Σύνταγμα.

Η υπηρεσία αφαίρεσε τις δικλείδες ασφαλείας μία-μία.

Και ο ίδιος πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του προειδοποιώντας τι μπορεί να συμβεί όταν ένα κράτος αρχίσει να αντιμετωπίζει τους ίδιους του τους πολίτες ως εχθρούς.

Όπως είχε γράψει και ο George Orwell στο 1984: «Ο σκοπός του πολέμου δεν είναι να νικήσεις τον εχθρό, αλλά να κρατήσεις την ίδια σου την κοινωνία υπό έλεγχο». Και ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό συμπέρασμα της ιστορίας του Μπίνεϊ: ότι οι κοινωνίες αρχίζουν να χάνουν την ελευθερία τους όχι όταν εμφανίζεται ένας εχθρός απ’ έξω, αλλά όταν ο φόβος κάνει τους ίδιους τους πολίτες να αποδεχθούν την παρακολούθηση ως κάτι φυσιολογικό.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences