[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όταν η συμπόνια γίνεται άλλοθι επιλογής του Μιχάλη Χαιρετάκη Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά τις τελευταίες μέρες στα social και μάλιστα σε post με προώθηση κάποια. «Να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όταν η συμπόνια γίνεται άλλοθι επιλογής του Μιχάλη Χαιρετάκη Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά τις τελευταίες μέρες στα social και μάλιστα σε post με προώθηση κάποια. «Να στηρίξουμε το παιδί, μην ξαναγυρίσει στην Καπνικαρέα». Ακούγεται συγκινητικό.

Ακούγεται ανθρώπινο.

Ακούγεται σαν κοινωνική ευαισθησία.

Μόνο που, αν το ξύσεις λίγο, από κάτω δεν βρίσκεις πάντα ευαισθησία.

Βρίσκεις κάτι πιο ενοχλητικό: την επιλεκτική συμπόνια μιας κοινωνίας που θυμάται τη δυσκολία μόνο όταν της τη σερβίρουν με προβολείς, κάμερες και τηλεοπτικό αφήγημα. Ο Ακύλας μπορεί πράγματι να έχει περάσει δύσκολα.

Έχει μιλήσει για απορρίψεις, οικονομικές δυσκολίες, δουλειές σε κουζίνες, κρουαζιερόπλοια, μουσική στον δρόμο και μια διαδρομή που δεν ήταν στρωμένη με κόκκινα χαλιά.

Αυτό δεν αμφισβητείται και δεν χρειάζεται να το ειρωνευτεί κανείς. Η LiFO τον παρουσίασε ως καλλιτέχνη που πέρασε από κουζίνες, πίστες κρουαζιερόπλοιων και μουσική στον δρόμο πριν φτάσει στη Eurovision, ενώ άλλα δημοσιεύματα στάθηκαν ειδικά στη διαδρομή από τις Σέρρες, την Καπνικαρέα και τα κρουαζιερόπλοια μέχρι τη σκηνή της Eurovision.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν αξίζει σεβασμό η δική του διαδρομή.

Φυσικά και αξίζει.

Το ερώτημα είναι άλλο: Οι άλλοι καλλιτέχνες δεν έχουν ζωή; Δεν έχουν μάνα; Δεν έχουν πατέρα; Δεν έχουν ενοίκια; Δεν έχουν απορρίψεις; Δεν έχουν πονέσει; Δεν έχουν τραγουδήσει σε άδεια μαγαζιά; Δεν έχουν παίξει για τρία άτομα και έναν μπάρμαν που κοιτούσε το κινητό του; Γιατί ξαφνικά η αξία ενός μουσικού πρέπει να μετριέται με το πόσο πονεμένη είναι η ιστορία του; Και ακόμη χειρότερα: γιατί αυτό το κριτήριο ενεργοποιείται μόνο για έναν; Αν αύριο ένας άλλος εξαιρετικός μουσικός πει ότι δούλευε νύχτα, ότι έχασε γονιό, ότι μεγάλωσε με χρέη, ότι έπαιζε σε γάμους για ψίχουλα, ότι έτρωγε από τάπερ σε ΚΤΕΛ, τότε θα αποκτήσει και αυτός δικαίωμα στη στήριξη; Ή πρέπει πρώτα να τον αγιογραφήσει η τηλεόραση; Εδώ βρίσκεται η υποκρισία.

Δεν στηρίζουμε πια το τραγούδι.

Δεν στηρίζουμε την ερμηνεία.

Δεν στηρίζουμε τη μουσική πρόταση.

Στηρίζουμε το αφήγημα.

Και μάλιστα όχι οποιοδήποτε αφήγημα, αλλά εκείνο που μας παραδόθηκε έτοιμο: το παιδί που έπαιζε στην Καπνικαρέα και τώρα βρέθηκε στη μεγάλη σκηνή.

Ωραία ιστορία.

Δυνατή ιστορία.

Αλλά η τέχνη δεν είναι κοινωνικό επίδομα με μικρόφωνο.

Αν ένα τραγούδι είναι καλό, να το πούμε καλό.

Αν μια εμφάνιση είναι δυνατή, να την πούμε δυνατή.

Αν ένας καλλιτέχνης έχει ταλέντο, να τον στηρίξουμε για το ταλέντο του.

Αν όμως αρχίσουμε το “ψηφίστε τον γιατί πέρασε δύσκολα”, τότε δεν μιλάμε πια για μουσική.

Μιλάμε για συναισθηματικό εκβιασμό με autotune.

Και το πιο άδικο είναι ότι έτσι αδικείται πρώτα ο ίδιος ο Ακύλας.

Διότι τον μικραίνουν.

Αντί να πουν “είναι ένας καλός νέος καλλιτέχνης”, λένε “λυπηθείτε τον”. Αντί να πουν “έχει σκηνική παρουσία”, λένε “μην τον αφήσετε να γυρίσει στον δρόμο”. Αντί να τον αντιμετωπίσουν ως επαγγελματία που διεκδικεί θέση στη μουσική σκηνή, τον κάνουν αφίσα φιλανθρωπικού γκαλά.

Αυτό δεν είναι στήριξη.

Είναι πατερναλισμός με glitter.

Και ας τελειώνουμε με το παραμύθι ότι η Καπνικαρέα είναι ντροπή.

Η μουσική στον δρόμο δεν είναι αποτυχία.

Είναι μια από τις πιο γυμνές μορφές τέχνης.

Εκεί δεν έχεις σκηνοθέτη να σε σώσει, δεν έχεις φωτισμούς να σε κολακέψουν, δεν έχεις κοινό που πλήρωσε εισιτήριο και ντρέπεται να φύγει.

Έχεις περαστικούς.

Αν τους κρατήσεις, κάτι έχεις.

Αν δεν τους κρατήσεις, το βλέπεις αμέσως.

Ο δρόμος είναι σκληρός κριτής.

Πολύ σκληρός.

Πιο σκληρός από πολλές επιτροπές.

Άρα το “μην ξαναγυρίσει στην Καπνικαρέα” είναι και ταξικά άτσαλο.

Σαν να λέμε ότι ο δρόμος είναι ντροπή και η τηλεόραση λύτρωση. Όχι.

Ντροπή είναι να χρησιμοποιείς τη δυσκολία ενός ανθρώπου ως διαφημιστικό σποτ.

Ντροπή είναι να θυμάσαι τους μουσικούς του δρόμου μόνο όταν ένας από αυτούς περάσει από το φίλτρο της δημοσιότητας.

Ντροπή είναι να αγνοείς χιλιάδες καλλιτέχνες που ζουν ακριβώς την ίδια ανασφάλεια, επειδή δεν τους έβαλε κανείς σε prime time αφήγημα.

Κανείς δεν λέει να μη στηριχθεί ο Ακύλας.

Να στηριχθεί.

Αλλά όχι επειδή “πέρασε δύσκολα”. Να στηριχθεί αν το έργο του αξίζει, αν η φωνή του λέει κάτι, αν η παρουσία του έχει δύναμη, αν το τραγούδι του στέκεται.

Γιατί αλλιώς ανοίγουμε έναν πολύ άσχημο δρόμο: να πρέπει κάθε καλλιτέχνης να καταθέτει δημόσια το τραύμα του για να αποκτήσει δικαίωμα στην προσοχή.

Να βγάζει στη φόρα τη μάνα του, τον πατέρα του, τα χρέη του, τα παιδικά του, τα σκοτάδια του, για να συγκινηθεί το κοινό και να πει “ας τον στηρίξουμε τον καημένο”. Όχι.

Η τέχνη δεν πρέπει να περνάει από επιτροπή οίκτου.

Και κυρίως, η κοινωνία δεν δικαιούται να γίνεται ξαφνικά ευαίσθητη μόνο όταν η ευαισθησία της είναι ασφαλής, τηλεοπτική και ακίνδυνη.

Γιατί εκεί έξω υπάρχουν μουσικοί καλύτεροι, χειρότεροι, άγνωστοι, σπουδαίοι, κουρασμένοι, απλήρωτοι, μόνοι, με οικογένειες, με γονείς, με παιδιά, με αρρώστιες, με αποτυχίες, με αξιοπρέπεια.

Δεν τους είδαμε.

Δεν τους ακούσαμε.

Δεν τους κάναμε story.

Δεν τους είπαμε “να τους στηρίξουμε μη γυρίσουν εκεί που ήταν”. Άρα ας είμαστε τουλάχιστον ειλικρινείς.

Δεν στηρίζουμε πάντα τον αδικημένο. Στηρίζουμε αυτόν που μας έμαθαν να βλέπουμε ως αδικημένο. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences