Ο Κλαούντιο Μπόργκι, γνωστός στον κόσμο του ποδοσφαίρου ως «Μπίτσι», αποτελεί μία από τις πιο ιδιόμορφες και χαρισματικές προσωπικότητες του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Ο Μπόργκι ήταν ένας εξαιρετικός...
Ο Κλαούντιο Μπόργκι, γνωστός στον κόσμο του ποδοσφαίρου ως «Μπίτσι», αποτελεί μία από τις πιο ιδιόμορφες και χαρισματικές προσωπικότητες του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Ο Μπόργκι ήταν ένας εξαιρετικός μεσοεπιθετικός που λατρεύτηκε στην Αρχεντίνος Τζούνιορς, την ομάδα που τον ανέδειξε και με την οποία έγραψε χρυσή ιστορία τη δεκαετία του 1980.
Στο "ελ Μπίτσο" έμεινε απο το 1981 εως το 1987 πετυχαινοντας 24 τέρματα σε 124 εμφανίσεις. Ο Κλαούντιο "Μπίτσι" Μπόργκι γεννήθηκε στο Καστελάρ του Μπουένος Άιρες στις 28 Σεπτεμβρίου 1964.
Ξεκίνησε την καριέρα του στην Αρχεντίνος Τζούνιορς στις αρχές της δεκαετίας του '80, σε μια εποχή που ο σύλλογος προσπαθούσε να βρει τον επόμενο ηγέτη του μετά την αποχώρηση του Ντιέγκο Μαραντόνα.
Στα πρώτα του βήματα στην Αρχεντίνος Τζούνιορς, ο Μπόργκι έπρεπε να αντιμετωπίσει το σκληρό παιχνίδι των παλαιότερων παικτών. «Ήμουν απλώς ένα παιδί και θυμάμαι ότι οι μεγαλύτεροι με κλωτσούσαν αλύπητα στις προπονήσεις επειδή του έκανα ντρίμπλες και "ποδιές". Ο Μάριο (Ζανάμπρια) με υπερασπιζόταν πάντα και τους ζητούσε να μη με χτυπούν». Με όπλα το αρχοντικό του στυλ, τη μοναδική του διορατικότητα και τις περίφημες «ραμπόνες» που έγινε το σήμα κατατεθέν του, οδήγησε την Αρχεντίνος στην κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων Αργεντινής (1984, 1985), του ιστορικού Κόπα Λιμπερταδόρες το 1985 και του Κόπα Ιντεραμερικάνα της επόμενης χρόνιας. Ο Τελικός του Διηπειρωτικού Κυπέλλου το Δεκέμβριο του 1985 κόντρα στη Γιουβέντους θεωρείται από πολλούς το καλύτερο παιχνίδι της καριέρας του. Στο Τόκιο, απέναντι στην κορυφαία ομάδα της Ευρώπης, ο 21χρονος τότε Μπόργκι επισκίασε όλα τα αστέρια των Ιταλών.
Οργάνωσε όλο το παιχνίδι των Αργεντινών με απίστευτη ωριμότητα, μοίρασε τη μαγική ασίστ-λόμπα στο δεύτερο γκολ και ταλαιπώρησε αφάνταστα τη θρυλική αμυντική γραμμή των Ιταλών (που αποτελούνταν από τους Γκαετάνο Σιρέα Αντόνιο Καμπρίνι και Σέρτζιο Μπρίο) Μετά το ματς (που έληξε 2-2 και κρίθηκε στα πέναλτι υπέρ της Γιουβέντους), ο Μισέλ Πλατινί δήλωσε εντυπωσιασμένος πως ο Μπόργκι παίζει ποδόσφαιρο σαν καλλιτέχνης χαρακτηριστικά τον είπε: «Πικάσο του ποδοσφαίρου». Αν και ο Πλατινί αναδείχθηκε Πολυτιμότερος Παίκτης του Αγώνα (Man of the Match), ο 21χρονος τότε Κλαούντιο Μπόργκι έκλεψε τις εντυπώσεις.
Αυτή η εμφάνιση ήταν που ώθησε τον πρόεδρο της Μίλαν, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, να τον αγοράσει το 1987.
Επιπλέον, ο Μπόργκι ήταν μέλος της εθνικής ομάδας της Αργεντινής που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1986 στο Μεξικό κάνοντας δυό συμμετοχές αφού ουσιαστικά έπαιζε στην ιδια ακριβώς θέση με τον Μαραντόνα. «Ποτέ δεν ζήτησα να γίνω ο διάδοχος του Μαραντόνα.
Το ποδόσφαιρο για μένα ήταν πάντα ένα παιχνίδι, μια μορφή διασκέδασης και έκφρασης.
Όταν η πίεση ξεπερνούσε τη χαρά του παιχνιδιού, έχανα το ενδιαφέρον μου». Οι τεχνικές του ικανότητες άφηναν άφωνους όσους τον έβλεπαν να αγωνίζεται ή μοιράζονταν τα αποδυτήρια μαζί του.
Ο συμπατριώτης του και σπουδαίος επιθετικός Χόρχε Βαλντάνο είχε αναφέρει για το ταλέντο του «Μπίτσι»: «Ο Μπόργκι ήταν ένας παίκτης με εξωπραγματική τεχνική.
Αν είχε την απαραίτητη πειθαρχία, θα μπορούσε εύκολα να είχε φτάσει στο ίδιο επίπεδο με τον Μαραντόνα». Παρά τις τεράστιες προσδοκίες, η καριέρα του στην Ευρώπη δεν εξελίχθηκε όπως αναμενόταν, κυρίως λόγω του περιορισμού των ξένων παικτών στη Μίλαν και των διαφωνιών του προπονητή Αρίγκο Σάκι. Ο Μπόργκι ποτέ δεν μπόρεσε να εγκλιματίσει στην Ευρώπη και στις απαιτήσεις του Σακι κάποια στιγμή λέει στον Ιταλό προπονητή: «Κόουτς, γιατί μας βάζεις να τρέχουμε 5 χιλιόμετρα κάθε μέρα; Το γήπεδο του ποδοσφαίρου είναι μόλις 100 μέτρα;» Ο Σάκι εξοργίστηκε και ξεκαθάρισε στον Μπερλουσκόνι πως αν ήθελε να πάρει το πρωτάθλημα, έπρεπε να αντικαταστήσει τον Μπόργκι.
Στη θέση του 3ου ξένου, ο Σάκι απαίτησε και έφερε τον Φρανκ Ράικαρντ.
Με την τριάδα των Ολλανδών (Γκούλιτ, Ράικαρντ, Φαν Μπάστεν) η Μίλαν έχτισε μία από τις μεγαλύτερες δυναστείες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, ενώ ο Μπόργκι αποχώρησε οριστικά από την Ιταλία.
Παρά τις ενστάσεις του Μπερλουσκόνι που στο πρόσωπο του Αργεντινού βιρτουόζου έβλεπε το αντίπαλο δέος του Μαραντόνα που τότε αγωνίζονταν στη Νάπολι. Ο Μπόργκι σε μελλοντική του συνέντευξή είπε πως ο Σάκι ήθελε να τους ελέγχει ακόμη και στον τρόπο που αναπνέουν.
Ο ρομαντικός, απρόβλεπτος και «τεμπέλης» στις προπονήσεις Μπόργκι δεν ταίριαζε καθόλου στο σύστημά και τα θέλω του Σάκι που ήταν θιασώτης της απόλυτης πειθαρχίας, της εξαιρετικής φυσικής κατάστασης και του ομαδικού pressing.
Στα 24 του ο Μπόργκι επέστρεψε στην Αργεντινή και τη Ρίβερ Πλέιτ στη συνέχεια έγινε γυρολόγος: Φλαμένγκο, Ουρακάν, Αρχεντίνος Τζούνιορς, Ουνιόν Σάντα Φε, Πλατένσε, Κόλο Κόλο, Ιντεπεντιέντε ενώ αργότερα αγωνίστηκε σε ομάδες χαμηλότερων κατηγορίων της Αργεντινής.
Από το 2002 που ξεκίνησε την προπονητική καριέρα κάθισε στους πάγκους σημαντικών ομάδων όπως η Μπόκα Τζούνιορς, η Ιντεπεντιέντε, η Κόλο Κόλο, η Λίγκα ντε Κίτο, η Εθνική Χιλής και πάνω από όλες η αγαπημένη του Αρχεντίνος Τζούνιορς.
Με τη Κόλο Κόλο κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα Χιλής, και έφτασε μέχρι τον τελικό του Κόπα Σουνταμερικάνα (2006) και την ίδια χρονιά αναδείχθηκε κορυφαίος προπονητής της Νότιας Αμερικής. Ο Μπόργκι επέστρεψε το 2009 στην Αρχεντίνος Τζούνιορς οδηγώντας την μάλιστα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Clausura το 2010.
Μαζί με τον Ντιέγκο Μαραντόνα και τον Σέρχιο Μπατίστα παραμένουν μέχρι σήμερα οι πιο αγαπημένες και ρομαντικές μορφές στην ιστορία του συλλόγου από το Πατερνάλ του Μπουένος Άιρες.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους