Ο Νίκος εκσφενδόνισε την τσάντα της απευθείας στο κατώφλι. Χάπια σκορπίστηκαν παντού ― η Μαργαρίτα ήταν νοσηλεύτρια και πάντα κουβαλούσε μερικά μαζί της για παν ενδεχόμενο. — Τέλος, είπε παγερά...
Ο Νίκος εκσφενδόνισε την τσάντα της απευθείας στο κατώφλι. Χάπια σκορπίστηκαν παντού ― η Μαργαρίτα ήταν νοσηλεύτρια και πάντα κουβαλούσε μερικά μαζί της για παν ενδεχόμενο. — Τέλος, είπε παγερά. — Μάζεψε τα πράγματά σου κι εξαφανίσου.
Στεκόταν στο χωλ, ακόμη μέσα στο μαύρο φόρεμα από το μνημόσυνο, και της έλειπε ο αέρας.
Δεν μπορούσε να διανοηθεί τι γινόταν. — Νίκο, περίμενε… — Δώδεκα χρόνια, Μαργαρίτα.
Δώδεκα χρόνια σε περίμενα.
Νόμιζα πως κάποια στιγμή η γιαγιά σου θα σου άφηνε κάτι, να ξεκολλήσουμε από αυτή τη τρύπα.
Και τι έγινε; Στον αδερφό σου το διαμέρισμα στο Κολωνάκι, εβδομήντα δύο τετραγωνικά.
Κι εσένα; Μια παράγκα στην ερημιά που ούτε αδέσποτοι δεν θα ήθελαν! Χτύπησε το χέρι του στον τοίχο.
Η κορνίζα με τη γαμήλια φωτογραφία τους έπεσε από το ράφι.
Το τζάμι ράγισε. — Σε κορόιδευε η δική σου! Ο Πέτρος, δυο φορές ήρθε δέκα χρόνια, κι εσύ κάθε Σάββατο εκεί να της στρώνεις, να της σκουπίζεις, να περνάς τα πάθη σου για χάρη της! Η Μαργαρίτα σήκωσε τη φωτογραφία ― γελούσαν και οι δύο, εικοσιτεσσάρων κι εικοσιοκτώ ετών. Νέοι.
Σχεδόν παιδιά. — Θα ζητήσω διαζύγιο, είπε ο Νίκος πιο ήσυχα. — Μια γυναίκα χωρίς προοπτική δε μου χρειάζεται.
Πήγαινε στα κληρονομημένα σου.
Μείνε μόνη σου.
Πήρε την τσάντα της και βγήκε.
Η πόρτα έκλεισε τόσο δυνατά πίσω της, που της βούιξαν τ’ αυτιά.
Το πρωί αγόρασε εισιτήριο λεωφορείου για την Αγριλιά.
Η φίλη της, Βίκυ, προσπάθησε να την σταματήσει: — Άσε το σπίτι, Μαργαρίτα! Άσ’ το να το φάνε τα ποντίκια! Έλα να μείνεις σ’ εμένα, θα βρούμε ένα δωματιάκι να νοικιάσεις… Αλλά θυμόταν τα λόγια της γιαγιάς, λίγο πριν τη χάσει: «Μη βιάζεσαι, Μαργαριτούλα μου.
Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται». Το λεωφορείο τρανταζόταν για πέντε ώρες.
Χωριά, ελαιώνες, στάχια περνούσαν έξω απ’ το παράθυρο.
Την άφησαν στη στάση της Αγριλιάς, δίπλα σ’ έναν σκουριασμένο στύλο με ωράριο κιτρινισμένο.
Η μυρωδιά της υγρής γης και φρέσκου χόρτου την πλημμύρισε. — Της Καλλιόπης το εγγόνι; — φώναξε κακοτράχηλος άντρας, κατεβαίνοντας από ένα λευκό αγροτικό. — Μανώλης λέγομαι.
Να σε πάω σπίτι.
Κάθισε στην καμπίνα.
Ησυχία, ώσπου εκείνος ρώτησε: — Αλήθεια πως «έφυγε» η Καλλιόπη; — Αλήθεια. Ο Μανώλης σταυροκοπήθηκε. — Στον γιο μου τη ζωή τον έσωσε.
Οι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια, αλλά εκείνη τον έσωσε.
Τρεις εβδομάδες μαζί του.
Το σπίτι, τελευταίο στο χωριό, θεόγκριζο, σαπισμένο, με κατάρρευση στο μπαλκόνι. Η Μαργαρίτα έσπρωξε το σκουριασμένο πορτάκι και πέρασε από μονοπάτι πνιγμένο στα αγριόχορτα.
Το κλειδί δυσκολεύτηκε πολύ στη κλειδαριά.
Μούχλα και σκόνη κυριαρχούσαν μέσα.
Πήγε στο σαλόνι ― πάνω στο τραπέζι σκόνη, στις κουρτίνες χρόνος παντού.
Καμία μαγεία.
Ένα ξεχασμένο σπίτι, τίποτα πιο πολύ.
Έκατσε στο παγκάκι δίπλα στο παράθυρο, έθαψε το πρόσωπο στις παλάμες της. Ο Νίκος είχε δίκιο.
Η γιαγιά της άφησε σκουριά στα χέρια της.
Ο αδερφός της, ο Πέτρος, είχε πάρει το διαμέρισμα και μάλλον ήδη σκεφτόταν πώς να παρακάμψει την απαγόρευση πώλησης.
Χτύπησαν την πόρτα. — Εσύ είσαι η Μαργαρίτα; — στην πόρτα, μια λεπτή γριά με τσεμπέρι. — Λυδία.
Μένω δυο σπίτια πιο κάτω.
Τα κλειδιά τα είχα αλλά δεν πρόλαβα να καθαρίσω πριν έρθεις.
Νόμιζα θα έρθεις αύριο. — Δεν πειράζει, είπε ενώ μάζεψε τα δάκρυά της.
Ευχαριστώ που πρόσεχες το σπίτι. — Η Καλλιόπη μου το ζήτησε.
Μια εβδομάδα πριν «φύγει», μου έδωσε τα κλειδιά: «Η Μαργαρίτα θα έρθει, Λυδιά.
Να της πεις: να μην βιαστεί.
Να μπει στην αποθήκη πίσω απ’ τη σόμπα. Εκεί…» Τι; τη ρώτησα.
Μόνο χαμογέλασε.
Ήταν αλλιώτικη η γιαγιά σου. Καλή. Η Λυδία έφυγε. Η Μαργαρίτα σηκώθηκε για να βρει την αποθηκούλα.
Πράγματι, πίσω από τη σόμπα, σχεδόν αθέατη, μια στενή πορτούλα.
Την έσπρωξε — κόλλησε, μέχρι να την ανοίξει με τον ώμο.
Χωρίς φως και παράθυρα.
Φώτισε με το κινητό.
Ράφια με μαρμελάδες, ένα σακί με κάτι βαριά μέσα, παλιά πανιά.
Πίσω από τα γλυκά, μια μεταλλική κουτί μπισκότων.
Την άνοιξε. Έγγραφα.
Τίτλος ιδιοκτησίας όχι για το σπίτι ― για το κτήμα.
Δώδεκα στρέμματα γης.
Ξαναδιάβασε τρεις φορές.
Δώδεκα στρέμματα στη δική της γη, χώρο που αγκάλιαζε το σπίτι.
Παρακάτω… νέα χαρτιά.
Μισθωτήριο από αγροτική εταιρεία «Στάχυα», με ενοίκιο ετησίως για δεκαπέντε χρόνια.
Το ποσό της ετήσιας πληρωμής ― μεγαλύτερο από τρεις ολόκληρους μισθούς της.
Κάτω κάτω, σημείωμα με το χέρι της γιαγιάς. «Μαργαρίτα μου, το διαμέρισμα είναι παγίδα. Ο Πέτρος θα το πουλήσει ή θα το πιει, και η γυναίκα του, η Αλεξάνδρα, ήδη ψάχνει δικηγόρους να ξεπεράσει την απαγόρευση.
Ας το κάνουν.
Αυτοί θέλουν γρήγορα λεφτά.
Εσύ θα έχεις διάρκεια.
Τη γη αυτή την πήρε ο παππούς μου πριν τον πόλεμο, είναι δική μας.
Οι αγρότες πληρώνουν κάθε χρόνο.
Μην βιαστείς να πουλήσεις, μην φύγεις.
Το σπίτι θα σε δεχτεί αν το θες κι εσύ.
Κι αν όχι, υπάρχει κι άλλη λύση.
Την γη να προσέχεις». Η Μαργαρίτα λύγισε στην αποθηκούλα ― με δάκρυα όχι από χαρά, μα γιατί η γιαγιά της είχε δει όλα όσα αυτή όχι. Ο Νίκος την έδιωξε για λεφτά που είχε πάντα, αλλά κανείς, ούτε η ίδια, δεν το ήξερε.
Πέρασε μια βδομάδα.
Το σπίτι καθαρίστηκε, άλλαξε τα τζάμια, μπήκαν νέα κουφώματα, μπήκε νερό. Η Λυδία ερχόταν κάθε μέρα — πότε φρέσκο γάλα, πότε ψωμί.
Έλεγε ιστορίες για τη γιαγιά, τα βότανα, πώς έκανε καλά τον κόσμο όλο το χωριό. — Κυρία ίδια είσαι, είπε ένα πρωί η Λυδία. — Ήσυχη απ' έξω. Στην Καλλιόπη, όμως, το μέσα ήταν ατσαλένιο.
Στο δικό σου ακόμα μαλακό.
Για πρώτη φορά γέλασε. «Σα βαμβάκι», ναι.
Την όγδοη μέρα τηλεφώνησε ο Πέτρος. — Ρε συ, χρειάζομαι επειγόντως λεφτά! Η Αλεξάνδρα θέλει να πουλήσει το διαμέρισμα, αλλά δε μας αφήνει ο συμβολαιογράφος.
Μήπως θυσίαζες τη δική σου κληρονομιά; Έτσι θα φύγει η απαγόρευση. — Όχι, του απάντησε ήρεμα. — Καλά, γιατί; Μια χαλασμένη καλύβα πήρες! Τι θα το κάνεις εκεί πέρα; — Εδώ είναι καλά για μένα. — Χαζή έγινες; — γέλασε. — Κάτσε στο βούρκο σου, νοσοκόμα.
Εγώ θα βρω δικηγόρο, έχω άκρες! Έκλεισε. Η Μαργαρίτα απλώς συνέχισε το ξεκαθάρισμα.
Μετά από μήνα φάνηκε ο Νίκος, με αμάξι αυτή τη φορά.
Τον είδε από το παράθυρο να βγαίνει, νευρικός, έσφιγγε την μπουφάν του στα χέρια. — Μαργαρίτα, θέλω να μιλήσουμε. — Μίλα. — Έκανα λάθος.
Συγχώρεσέ με. Η δουλειά χάλασε, τα δάνεια με πνίγουν... άκουσα όμως πως εσύ… κάτι έχεις με τα λεφτά.
Σταύρωσε τα χέρια. — Θέλεις να γυρίσουμε όπως πριν; Να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή; Εγώ θα σε βοηθήσω στο σπίτι, να το φτιάξουμε. — Όχι, είπε σιγανά. — Τι όχι; Είμασταν μαζί δώδεκα χρόνια! Έκανε λάθος, άνθρωπος είμαι. — Δεν είμαι θυμωμένη, είπε προχωρώντας, και εκείνος οπισθοχώρησε άθελα. — Απλώς δεν είμαι πια αφελής. — Δεν καταλαβαίνω.
Τι θες να πεις; — Με έδιωξες τη μέρα του μνημοσύνου, με τη μαύρη φορεσιά πάνω μου.
Είπες ότι μια γυναίκα χωρίς προοπτική δε σου χρειάζεται.
Τα κράτησα τα λόγια.
Λευτέρωσε το πρόσωπό του. — Ήμουν φορτισμένος, τότε… — Εγώ ήμουν τελειωμένη, γεμάτη απόγνωση, είπε ήσυχα, σχεδόν αδιάφορα. — Φύγε.
Και μην ξανάρθεις. — Θα το μετανιώσεις! Θα χαθείς εδώ μέσα! Το αυτοκίνητό του χάθηκε στο σύννεφο σκόνης. Η Λυδία, που πότιζε πιο πέρα, έγνεψε καταφατικά. — Καλά έκανες, Μαργαρίτα μου.
Τέτοιους μην ξαναδεχτείς.
Πέρασε μισός χρόνος. Η Μαργαρίτα πούλησε το διαμέρισμα της Αθήνας, έστειλε τα πράγματα του Νίκου στην καινούρια του διεύθυνση.
Το διαζύγιο υπογράφηκε αθόρυβα.
Εισέπραττε κάθε χρόνο το ενοίκιο της γης.
Έφτιαξε τη στέγη, έβαλε νέα παράθυρα, το σπίτι άστραψε.
Ήσυχα, χωρίς να βιάζεται.
Οι χωριανοί άρχισαν να έρχονται — πρώτα η Λυδία με μια γειτόνισσα που έπασχε τα πόδια. Η Μαργαρίτα της έφτιαξε βότανα, όπως της είχε μάθει η γιαγιά.
Σε δύο εβδομάδες η γειτόνισσα επέστρεψε — ο πόνος είχε σχεδόν φύγει.
Μετά ήρθε δεύτερη, τρίτη. Η Μαργαρίτα λεφτά δεν ζητούσε.
Της έφερναν ό,τι είχαν: αυγά, γάλα, λαχανικά.
Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, άγνωστος αριθμός. — Μαργαρίτα; Η Αλεξάνδρα είμαι, η γυναίκα του Πέτρου. — Σε ακούω. — Θέλω βοήθεια. Ο Πέτρος… πούλησε το διαμέρισμα με πλαστή μεταβίβαση.
Πήρε τα λεφτά και εξαφανίστηκε.
Είχε ερωμένη.
Με άφησε με τα παιδιά, χωρίς σπίτι, χωρίς τίποτα.
Διώχνουν τα παιδιά μου έξω.
Δεν έχω που να πάω… Σιωπή. — Ξέρω πως δεν έχω δικαίωμα να ζητάω… αλλά είσαι καλή.
Αν έχεις ένα δωματιάκι, θα πληρώσω, ό,τι θέλεις, θα μείνω… — Όχι, είπε ήρεμα. — Δε θα σε βοηθήσω, Αλεξάνδρα. — Μα… — Με κορόιδευες στο μνημόσυνο.
Γελούσες όταν ο συμβολαιογράφος διάβαζε το θέλημα.
Είπες το σπίτι μου παράγκα.
Το θυμάμαι.
Πήγαινε στις κοινωνικές υπηρεσίες.
Εκεί θα βοηθήσουν.
Έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε στα χειρόγραφα της γιαγιάς.
Η καρδιά χτυπούσε ήρεμα, χωρίς λύπη και θυμό.
Μόνο κενή.
Την άνοιξη, ήρθε η Βίκυ από την Αθήνα.
Ήπιε τσάι και κοίταζε γύρω της. — Πω, βρε εσύ! Νόμιζα πως θα μαραζώσεις, αλλά είσαι σαν να βγήκες από περιοδικό.
Όλα φως και ζωή. Η Μαργαρίτα γέμισε την κούπα της με ρόφημα βοτάνων. — Ο Νίκος, να φανταστείς, ξαναπαντρεύτηκε.
Με μία κτηματομεσίτρια, που τον έχει φτάσει στο αμήν για λεφτά, έχουν τσακωθεί… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους