[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το χθεσινό άρθρο στο «Βήμα της Κυριακής». Ο τίτλος του στην εφημερίδα άλλαξε κι έγινε «Η μνημαγωγική σκοπιμότητα» –δικαίως, νομίζω, αφού ο αρχικός τίτλος προϋπέθετε φράσεις στην εισαγωγή και στην...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το χθεσινό άρθρο στο «Βήμα της Κυριακής». Ο τίτλος του στην εφημερίδα άλλαξε κι έγινε «Η μνημαγωγική σκοπιμότητα» –δικαίως, νομίζω, αφού ο αρχικός τίτλος προϋπέθετε φράσεις στην εισαγωγή και στην κατακλείδα που, για λόγους χώρου, αφαίρεσα τελικά από το κείμενο πριν το στείλω.

Εδώ το διαβάζετε ολόκληρο. ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο τίτλος είναι προφανώς αυτοσαρκαστικός, θυμίζει μια έκφραση που δεν την ακούμε πια τόσο συχνά, αλλά ταιριάζει ενδεχομένως σε όσους/ες ανήκουν στις γενιές πριν τους Millenials. «Κοίτα ένα μουσείο», λέγαμε παλιά για να δείξουμε κάποιον όχι απλώς ηλικιωμένο, αλλά παρωχημένων αντιλήψεων, που μας θύμιζε τα σκονισμένα ράφια στις προθήκες με τις αραδιασμένες, συνήθως βαρετές για εμάς αρχαιότητες.

Ευτυχώς η έκφραση ανήκει στα είδη προς εξαφάνιση όχι μόνο λόγω του ηλικιακού ρατσισμού που υποκρύπτει (αγγλιστί: age discrimination), αλλά κι επειδή τα ίδια τα μουσεία έχουν αλλάξει.

Τα μουσεία αποθησαυρίζουν αποθέματα της ανθρώπινης εμπειρίας που κρίνουμε ότι είναι σημαντικά και πρέπει πάση θυσία να διασωθούν.

Δεν ταριχεύουν, ταμιεύουν ευλαβικά, αρχειοθετούν και ακόμα πιο επιλεκτικά εκθέτουν τα πολύτιμα τεκμήριά τους με σκοπιμότητα πρωτίστως μνημαγωγική.

Προφανώς συνιστούν μηχανισμούς παραγωγής νοήματος, οπότε το τι διασώζεις έχει πάντα τεράστια σημασία: λ.χ. στη συμβολική αφήγηση της Γενέσεως, η εντολή του Θεού στον Νώε δεν ήταν να πάρει μαζί του στην κιβωτό έργα τέχνης ή βιβλία, αλλά να προστατέψει από τον κατακλυσμό αποκλειστικά τη ζωή, προκρίνοντας από τότε ως μόνο αληθινό τον πολιτισμό του έμβιου (αναλογιστείτε την αντίθεση με τους ανθρώπινους ζωολογικούς κήπους λευκής ανωτερότητας που έστηναν οι ευρωπαίοι αποικιοκράτες τον 19ο αιώνα –τα ανθρώπινα εκθέματά τους πέθαιναν γρήγορα). Κυριαρχεί εδώ, όπως και ευρύτερα στην έννοια του μουσείου, μία μεταφορά: κάθε κιβωτός συνιστά μια μεταφορά της ιστορικής εμπειρίας και της συλλογικής μνήμης, όπως και όλοι μας λίγο πολύ αποτελούμε μεγαμουσεία του ανθρώπινου και μικρομουσεία του εαυτού μας.

Η εύστοχη διατύπωση του εθνολόγου Αμπατέ Μπα ότι στην Αφρική ένας γέρος που πεθαίνει είναι «μια βιβλιοθήκη που καίγεται», μπορεί να αφορά όλους μας.

Θα επιμείνω λίγο καταθέτοντας μια προσωπική εμπειρία: επειδή από δική μου ιδιοτροπία, που αγγίζει τα όρια της εμμονής, πιστεύω ότι η μουσική δεν συνιστά αδιάφορη υπόκρουση αλλά πρωτίστως ιδεολογία, ορισμένες από τις κασέτες των εφηβικών μου χρόνων θα μπορούσαν να θεωρηθούν μέρος ενός αλλοπρόσαλλου ιδιωτικού μουσείου, του οποίου παραμένω ιδρυτής, χορηγός καταλοίπων, αρχιτέκτονας των δαιδαλωδών διαδρόμων του και ισοβίως αποκλειστικός επισκέπτης του.

Δηλαδή το μη πραγματικό αυτό μουσείο υφίσταται όσο υπάρχω κι εγώ, θεωρώντας μάλιστα πως είναι αιώνιο (όπως εξάλλου πιστεύουμε όλοι για τον εαυτό μας). Η τραγωδία του θανάτου είναι ότι εξωθεί στη λήθη κάθε είδους αντίστοιχη ιδιωτική κρύπτη αναμνήσεων και κυρίως το διανοητικό μοντάζ που χωρίς καμία απολύτως αντικειμενικότητα τις σκηνοθέτησε –και γι’ αυτό χρειάζονται τελικά τα δημόσια μουσεία («Δεν υπάρχει αρχείο χωρίς έξωθεν», λέει ο Ντεριντά), για να διαγράφουν τις περιστασιακά διασκεδαστικές ή ενοχλητικές ιδιορρυθμίες και να διαφυλάσσουν θεσμικά τις επίσημες ανά εποχή κοινοτοπίες.

Για να διαχειρίζονται εντέλει το κατεξοχήν μη διαχειρίσιμο, τον χρόνο, την κοινή ιστορία μας, δηλαδή αυτό που είμαστε ως συλλογικές υπάρξεις, κάτι που αυτονόητα περιλαμβάνει την ένσαρκη, έμφυλη και θνητή ταυτότητά μας και καθιστά συγκεκριμένο το ασαφές δεδομένο ότι κάποτε υπήρξαμε.

Αντίστοιχα, μια εξίσου ασαφής μελαγχολία διατρέχει τις αίθουσες των μουσείων, μια ενδοσκοπική αθυμία κατακλύζει την αγχώδη προμηθεϊκή μας πολυπραγμοσύνη μπροστά στις προθήκες του παγωμένου χρόνου… Μιλάω προφανώς για μουσεία ιστορίας (των αρχαίων πολιτισμών, της τέχνης, των φυσικών επιστημών, της τεχνολογίας), τα οποία μας αντικρύζουν αποστασιοποιημένα, απ’ τη σκοπιά θαρρείς ενός εμβρόντητου εξωγήινου και, όταν είναι ευφυώς και διαλογικά διαμορφωμένα, μας παρέχουν μια ‘υπόσχεση μέλλοντος’. Τροφοδοτούν τη φαντασία και επιτάσσουν να αναστοχαστούμε την ιστορικότητά μας ως υπαρξιακή ακροβασία μεταξύ αδιάλλακτου πεπρωμένου και ριζοσπαστικής ουτοπίας.

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μπαίνει σ’ ένα μουσείο (σημειώνω πως για μένα μουσεία είναι κυρίως οι πινακοθήκες) χωρίς σημειωματάριο και στυλό.

Κρατάω σημειώσεις με τη βεβαιότητα ότι θα γίνουν σύντομα άρθρα ή στίχοι, φωτογραφίζω με το κινητό ζωγραφικά έργα και τις επεξηγηματικές τους επιγραφές, στέκομαι ώρα μπροστά σε πίνακες προσπαθώντας να τους καταλάβω.

Συνειρμοί, διαβάσματα που επανέρχονται για να υπομνηματίσουν εντυπώσεις, συγκρίσεις με έργα ανάλογης θεματικής ή εποχής, ιδέες που αφορούν ακόμα και την παρουσίαση μιας έκθεσης.

Θυμάμαι στη Λιουμπλιάνα, που είδα στο υπόγειο ενός Μουσείου ασπρόμαυρες φωτογραφίες ζωγράφων στα εργαστήριά τους και σκέφτηκα τι ωραία ιδέα θα ήταν να οργανωθεί κι εδώ μια αντίστοιχη έκθεση.

Διαβάζω ότι η Καουτέρ Αντιμί προσκλήθηκε να περάσει μια νύχτα στο Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου προκειμένου να αφηγηθεί την τύχη της Αλγερινής ζωγράφου Μπάγια κι αναρωτιέμαι αν η Εθνική Πινακοθήκη, το ΕΜΣΤ ή το MOMus στη Θεσσαλονίκη προβαίνουν σε ανάλογες προσκλήσεις-αναθέσεις – σκέφτομαι τι διανοητική έξαψη θα μου δημιουργούσε κάτι τέτοιο, θα ένιωθα σαν τον Μπεν Στίλερ στην ταινία «Μια νύχτα στο μουσείο» (σκην. Σον Λέβι, 2006). Από τα πιο αγαπημένα μου: το Μουσείο Μποτέρο στη Μπογκοτά (παρά το πιο δημοφιλές, εξαιρετικό Μουσείο Χρυσού), το Ορσέ στο Παρίσι του Λούβρου, ενώ στη Μαδρίτη του Πράδο και του Μουσείου της Βασίλισσας Σοφίας προτιμώ το Τύσεν-Μπορνεμίσα.

Ως χώρα, είμαστε τα μουσεία μας: κυρίως αρχαίοι, λιγότερο βυζαντινοί, ελάχιστα νεωτερικοί.

Εσαεί προγονόπληκτοι, ανεπαρκείς ως συνομιλητές με το παρελθόν μας, ανέμπνευστοι συντηρητές ενός κλέους που σπανίως διαχειριζόμαστε με βλέμμα προς το μέλλον.

Και προφανώς, τα μουσεία δεν είναι για εμάς, είναι για τους τουρίστες – τουλάχιστον για εκείνους η έκφραση «κοίτα ένα μουσείο» εκφέρεται κατά κυριολεξία και με θαυμασμό.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences