Καλό μεσημέρι μ’ ένα μικρό, κυριακάτικο ανάγνωσμα Από «Το μαύρο σκυλί της Πάτρας». Του Μένη Κουμανταρέα. Που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1931 Ούτε κι εγώ μπόρεσα να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα στην Πάτρα...
Καλό μεσημέρι μ’ ένα μικρό, κυριακάτικο ανάγνωσμα Από «Το μαύρο σκυλί της Πάτρας». Του Μένη Κουμανταρέα.
Που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1931 Ούτε κι εγώ μπόρεσα να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα στην Πάτρα.
Μετά την παράσταση, παρέα μ' ένα μπουλούκι θεατρίνους, στροβιλίστηκα σαν χορευτής στο χιόνι.
Κάτω από τις στοές με τις καμάρες, που θύμιζαν Κέρκυρα, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, ένιωθα κράμα Ευρωπαίου κι Ανατολίτη.
Μισός αστός, μισός καλλιτέχνης.
Ένα μαύρο σκυλί ερχόταν ξοπίσω μου, εγώ το 'διωχνα κι εκείνο ακολουθούσε.
Το γάβγισμά του, ανθρώπινο.
Σαν να μου μιλούσε.
Χώθηκα σ' ένα πατσατζίδικο, στην Αγίου Νικολάου.
Τα μοσχαρίσια ποδαράκια άχνιζαν στα πιάτα βγάζοντας χρησμούς για το μέλλον κι εγώ με βουλιμία βουτούσα μέσα το ψωμί μου.
Κάπως έτσι η νεότητα καταβροχθίζει το χρόνο.
Έξω λευκές νιφάδες και μέσα στολισμένες νυφάδες οι Πατρινές, λεπτές, τσαχπίνες, μας έστελναν κρυφές ματιές.
Το κρασί βαρούσε κατακέφαλα.
Αποφάγαμε κι αφού μάταια ψάξαμε για κάποιο ζαχαροπλαστείο που να διανυκτερεύει - το χιόνι τα είχε κλείσει όλα - καταλήξαμε πίσω στο ξενοδοχείο.
Ξένος και άγουρος σε μια περιπέτεια όπου οι άνθρωποι αφοσιώνονται στην τέχνη, πάσχιζα να υποτάξω ένα όνειρο και να το ζήσω.
Ποθούσα να ξεφύγω από την τάξη μου - χρηματιστές, τραπεζικούς, καπεταναίους - να γνωρίσω ανθρώπους διαφορετικούς, να ριχτώ όπως κι αυτοί σε κάτι δημιουργικό και ριψοκίνδυνο, σαν τους «Μποέμ» κι εγώ σε μια σοφίτα να γράψω και να ερωτευθώ.
Ερωτευμένος ούτως ή άλλως ήμουνα, κι όπως οι περισσότεροι νέοι έγραφα στίχους κι εγώ.
Τους έδινα στον φίλο μου να τους κοιτάξει, μιας κι έκανε σχεδόν αποκλειστικά παρέα με ποιητές, που κάθε μεσημέρι σύχναζαν στο «Μπραζίλιαν» της οδού Βουκουρεστίου.
Τους έβλεπα πίσω απ' τη βιτρίνα, αραδιασμένους σε σκαμνιά, μια σειρά από προτομές κλασικών, να πίνουνε καφέδες.
Περνούσα έξω από το μαγαζί, σαν βέβηλος μπρος από θεούς. «Δεν ξέρω τι θα γίνεις αργότερα», μου είχε πει ο φίλος που τους έκανε παρέα, «ποιητής πάντως, αποκλείεται». Κι όπως μ' έβλεπε μαραζωμένο, «ποιος ξέρει», πρόσθεσε, «ίσως πεζογράφος», και με συμβούλεψε να διαβάσω Κοσμά Πολίτη. «Διάβασε την "Ερόικα"», μου τόνισε, «εκεί θα βρεις τα όρια της ποίησης και της πεζογραφίας». Στο τασάκι του ξενοδοχείου ξέμεινε αναμμένο το τσιγάρο μου να καίει.
Ποιος ξέρει, σκεφτόμουν, ακουμπώντας στα κρύα σεντόνια, ίσως κάποτε να γράψω κι εγώ κάτι ηρωικό.
Έσβησα το τσιγάρο.
Έξω κιόλας θαμπόφεγγε, οι ήχοι από τα διπλανά δωμάτια είχαν κοπάσει, η παγωνιά μ' έσφιγγε κι εγώ ονειρευόμουν τον εαυτό μου πίσω από τη βιτρίνα κάποιου καφενείου να φουμάρει. «Αυτά είναι φούμαρα», όπως έλεγε κι ο πατέρας μου, όποτε μ' έβλεπε να μουντζουρώνω χαρτιά, «συγκεντρώσου σε κάτι πρακτικό, πάψε να ονειρεύεσαι όρθιος». Ήταν μ' ένα όνειρο που ξεκινούσε η δεκαετία του '50, και για μένα που το έζησα, μοιάζει όνειρο ακόμα.
Το άλλο πρωί, το χιόνι έλιωσε.
Οι χορευτές φευγάτοι.
Μαζί τους κι ο φίλος μου ο μουσικός.
Μέσ' απ' το λεωφορείο, πρόλαβα να δω τις καμάρες να φεύγουν πίσω από τ' αχνισμένα τζάμια. «Ποιος ξέρει», σκέφτηκα, «πότε θα χιονίσει ξανά»… …Οι μόδες έρχονται και παρέρχονται.
Άλλοι γνήσιοι κι άλλοι κάλπηδες.
Κι η Αθήνα ήλθε και παρήλθε κι αυτή.
Στη βιτρίνα του «Μπραζίλιαν», εκεί όπου άλλοτε καθρεφτίζονταν οι ποιητές μας, σήμερα μπίζνεσμεν καπνίζουν πούρα σοσιαλιστικά της Κούβας.
Κι οι λαϊκοί έφηβοι του '50 απολιθώθηκαν.
Έγιναν πανάκριβοι πίνακες στα σαλόνια των πλουσίων, αυτών που άλλοτε τους αγόραζαν ζωντανούς, για ένα κατοστάρικο, στην Ομόνοια.
Σήμερα, άλλοι έφηβοι μεγαλώνουν.
Προκλητικά καθισμένοι στις μηχανές τους, με γελεκάκια τζην φορεμένα κατάσαρκα να φαίνονται όλα τους τα μπράτσα, περιφέρονται περιμένοντας τη σειρά τους.
Άραγε ποιος θα τους απαθανατίσει αυτούς; Εγώ, πάντως, πιστός στην εποχή μου, τα βράδια κυκλοφορώ με αυτοκίνητα φίλων - «ανάμεσα στην οικογένεια και στους δρόμους», όπως είπε κάποτε κι ο Πολίτης σε μια από τις λιγοστές συνεντεύξεις του.
Οι δρόμοι στην πόλη απόχτησαν μια νέα και άγρια ομορφιά.
Τρέχω μέσα στη νύχτα κι αφήνω πίσω μου διαφημίσεις, πολυκατοικίες, πολυκαταστήματα, βενζίνες.
Βλέπω τους αριθμούς να ξετυλίγονται στο καντράν κι ακούω κάποιο μαύρο σκυλί να γαβγίζει.
Άραγε, γιατί πάντα μαύρο; Τώρα πια μαντεύω τι περίπου πάσχιζε να μου πει.
Πως όλα αυτά, ποιήματα, ρεμπέτικα, παρέες με συγγραφείς και μουσικούς, άλλο δεν ήταν παρά μια πρόφαση, όπως πρόφαση είναι κι η Πάτρα.
Ανήκω κι εγώ σ' αυτούς που ονειρεύονται, μάταια ίσως, με πρόσωπα της φαντασίας να υποκαταστήσουν τα καθημερινά, πασχίζοντας να φτιάξω με λέξεις μια δεύτερη ζωή - καλύτερη ή όχι δεν έχει σημασία -, πάντως πιο ελεύθερη και πιο κοντινή σ' αυτό που ζει κανείς μία και μοναδική φορά - νέος. Χιονίζει για μένα πάντοτε στην Πάτρα, ακόμα και με τον πιο λαμπρό καιρό.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους