ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΟΡΟΣΗΜΟ ΤΟΥ ΜΠΑΘ Στις 18 Μαΐου 1927, η μικρή αγροτική κοινότητα του Μπαθ στο Μίσιγκαν των ΗΠΑ βρέθηκε στο επίκεντρο της πιο πολύνεκρης μαζικής δολοφονίας σε σχολείο στην αμερικανική ιστορία...
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΟΡΟΣΗΜΟ ΤΟΥ ΜΠΑΘ Στις 18 Μαΐου 1927, η μικρή αγροτική κοινότητα του Μπαθ στο Μίσιγκαν των ΗΠΑ βρέθηκε στο επίκεντρο της πιο πολύνεκρης μαζικής δολοφονίας σε σχολείο στην αμερικανική ιστορία. Ο Andrew Kehoe, ένας τοπικός αγρότης και ταμίας του σχολικού συμβουλίου, πυροδότησε εκατοντάδες κιλά εκρηκτικών κάτω από το κτίριο, στοιχίζοντας τη ζωή σε 38 παιδιά και 6 ενήλικες.
Αν και η τραγωδία αυτή συνέβη σχεδόν έναν αιώνα πριν, παραμένει ένα σκοτεινό εργαστήριο για τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Για να κατανοήσουμε, όμως, πραγματικά το φαινόμενο, δεν αρκεί να εστιάσουμε αποκλειστικά στην παραμορφωμένη ψυχολογία του δράστη.
Πρέπει να εξετάσουμε τη δυναμική ανάμεσα στο άτομο και το κοινωνικό του περιβάλλον, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες της κοινωνίας, χωρίς να αφαιρούμε το βάρος της τελικής προσωπικής επιλογής.
Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται μαζικός δολοφόνος.
Η πορεία του Kehoe προς την καταστροφή τροφοδοτήθηκε από μια σειρά αντικειμενικών και σκληρών πιέσεων, τις οποίες η τοπική κοινωνία συχνά αδυνατούσε ή αρνιόταν να δει.
Η κοινότητα του Μπαθ, στην προσπάθειά της να εκσυγχρονιστεί, επέβαλε βαρείς φόρους ακίνητης περιουσίας για την ανέγερση ενός νέου σχολείου.
Για έναν αγρότη της εποχής, σε μια περίοδο οικονομικής στενότητας, αυτό δεν ήταν απλώς μια δαπάνη, αλλά μια υπαρξιακή απειλή για την επιβίωσή του.
Πολύ περισσότερο που ο ίδιος δεν είχε παιδιά.
Στο μυαλό του, ο φόρος αυτός δεν ήταν μια συλλογική επένδυση για το μέλλον της κοινότητας, αλλά μια προσωπική, εσκεμμένη επίθεση εναντίον του.
Το σχολείο μετατράπηκε στο απόλυτο σύμβολο του «εχθρού» που του στερούσε τη περιουσία και την αξιοπρέπεια του.
Όταν ο Kehoe βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατάσχεση της φάρμας του και ταυτόχρονα με τα δυσβάσταχτα ιατρικά έξοδα της ετοιμοθάνατης φυματικής συζύγου του, η κοινότητα γύρω του συνέχισε να λειτουργεί με τους δικούς της, ψυχρούς κανόνες.
Η πολιτική του ήττα στις τοπικές εκλογές λειτούργησε ως μια δημόσια πράξη απόρριψης.
Οι κοινωνίες, τόσο τότε όσο και σήμερα, συχνά περιθωριοποιούν ή προσπερνούν όσους λυγίζουν κάτω από το βάρος των συστημικών προβλημάτων, επιδεικνύοντας έλλειψη ενσυναίσθησης ή αδιαφορία για το σημείο θραύσης του διπλανού τους.
Στη σύγχρονη εποχή, αυτή η δυναμική είναι ακόμα πιο έντονη.
Ζούμε σε κοινωνίες υψηλού ανταγωνισμού, όπου η επιτυχία μετριέται με οικονομικούς όρους και η αποτυχία αντιμετωπίζεται ως ατομικό στίγμα.
Η ανεργία, η οικονομική εξαθλίωση, η έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας για την ψυχική υγεία και ο κοινωνικός αποκλεισμός, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον.
Όταν το σύστημα ή η κοινότητα αποτυγχάνει να προσφέρει δίχτυα ασφαλείας, παράγει, τις συνθήκες εκείνες που γεννούν την απόγνωση και την οργή.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο τομής ανάμεσα στην κοινωνική ευθύνη και την ατομική ψυχολογία.
Ενώ οι κοινωνικές πιέσεις είναι πραγματικές, ο τρόπος που το άτομο τις μεταφράζει καθορίζει το αποτέλεσμα.
Στην εγκληματολογία, ο Kehoe περιγράφεται ως «συλλέκτης αδικιών». Άνθρωποι με αυτή την προσωπικότητα αποθηκεύουν κάθε πραγματική δυσκολία που τους επιβάλλει το περιβάλλον, αλλά αντί να αναζητήσουν διέξοδο ή στήριξη, τη μετατρέπουν σε καύσιμο για τυφλό μίσος.
Αυτή η ψυχολογική μήτρα συνδέει το Μπαθ με τη σφαγή στο Λύκειο Κολουμπάιν το 1999.
Και εκεί, οι έφηβοι δράστες βίωσαν ένα πραγματικό περιβάλλον σχολικού εκφοβισμού και κοινωνικής απόρριψης-μια σαφή αποτυχία του σχολικού συστήματος να τους προστατεύσει.
Όπως και ο Kehoe, όμως, επέλεξαν να μεταφράσουν αυτή την πραγματική αδικία σε ένα σχέδιο ολοκληρωτικής καταστροφής μέσω εκρηκτικών, στοχεύοντας αδιακρίτως αθώους.
Η αποτυχία της ενεργοποίησης βομβών προπανίου, οδήγησε τους δράστες να καταφύγουν στους πυροβολισμούς.
Σήμερα, η ευθύνη της κοινωνίας αντανακλάται, μεταξύ άλλων και στον τρόπο που είναι δομημένος ο ψηφιακός μας κόσμος.
Οι σύγχρονες κοινωνίες παράγουν τεράστια αποξένωση.
Οι άνθρωποι που νιώθουν αδικημένοι ή παραγκωνισμένοι από το σύστημα δεν βρίσκουν πλέον μια κοινότητα για να τους ακούσει, αλλά καταφεύγουν σε διαδικτυακούς χώρους που λειτουργούν ως θάλαμοι αντήχησης της οργής τους.
Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αναζητώντας το κέρδος μέσα από την πόλωση, προωθούν το μίσος και επικυρώνουν την αίσθηση ότι «όλος ο κόσμος είναι εχθρός μας». Η κοινωνία σήμερα χρηματοδοτεί και συντηρεί τους μηχανισμούς που συχνά, ριζοσπαστικοποιούν την πικρία του ατόμου.
Η διάσημη φράση που άφησε ο Kehoe στον φράχτη του, «Οι εγκληματίες φτιάχνονται, δεν γεννιούνται», περιέχει μια δόση αλήθειας που η κοινωνία συχνά αρνείται να παραδεχθεί: οι συνθήκες, οι φόροι, η οικονομική καταστροφή και η κοινωνική απομόνωση όντως καθόρισαν την απόγνωση του.
Ωστόσο, η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο ως η απόλυτη δικαιολογία για να αποτινάξει από πάνω του την ηθική ευθύνη.
Και αυτό είναι το κρίσιμο όριο.
Η κοινωνία μπορεί να είναι υπεύθυνη για τις οικονομικές συνθήκες, για τις πιέσεις, για την έλλειψη φροντίδας ή για τη σκληρότητά της, αλλά η απόφαση να στραφεί κανείς εναντίον ανήμπορων παιδιών παραμένει μια απόλυτα προσωπική, εγκληματική επιλογή.
Η κοινωνία στρώνει το εύφλεκτο υλικό, αλλά το άτομο επιλέγει να ανάψει το σπίρτο.
Η τραγωδία στο Μπαθ μας αναγκάζει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.
Μας υπενθυμίζει ότι όταν μια κοινότητα ή ένα σύστημα, γίνεται υπερβολικά σκληρό, αδιάφορο ή πιεστικό απέναντι στα μέλη του, δημιουργεί ένα επικίνδυνο υπόστρωμα.
Τα προβλήματα του Andrew Kehoe-η οικονομική ασφυξία, η κοινωνική απόρριψη, η μοναξιά μπροστά στην αρρώστια-είναι υπαρκτά και στη δική μας εποχή.
Η πρόληψη τέτοιων τραγωδιών δεν επιτυγχάνεται με το να «δείχνουμε με το δάχτυλο» τον εκάστοτε δράστη ως ένα απομονωμένο τέρας.
Αυτό θα μας οδηγήσει στην επανάληψη τέτοιων φαινομένων και για τις ΗΠΑ, αυτό έγινε το 1999.
Απαιτεί τη δημιουργία μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, με ισχυρότερα δίχτυα ασφαλείας, που δεν θα αφήνει τους ανθρώπους να φτάνουν σε τέτοια σημεία απόγνωσης.
Ταυτόχρονα, όμως, η ιστορία οφείλει να υπενθυμίζει ότι η τελική γραμμή ανάμεσα στην οργή και τη θηριωδία, χαράσσεται πάντα από την ίδια την ανθρώπινη συνείδηση.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους