[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Τελευταίο Τραγούδι του Λόρδου (Για τον Lord Byron και για όλους όσοι πέθαναν όρθιοι) Γεννήθηκε μες στην ομίχλη και την αριστοκρατική ανία, ένας έκπτωτος θεός, εξόριστος μες στο ίδιο του το αίμα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Τελευταίο Τραγούδι του Λόρδου (Για τον Lord Byron και για όλους όσοι πέθαναν όρθιοι) Γεννήθηκε μες στην ομίχλη και την αριστοκρατική ανία, ένας έκπτωτος θεός, εξόριστος μες στο ίδιο του το αίμα.

Με μια πληγή στο πόδι να θυμίζει τη γήινη λάσπη και μια κραυγή στην καρδιά που ζητούσε τον ουρανό.

Από παιδί κατάλαβε πως οι άνθρωποι φοβούνται ό,τι καίγεται πολύ.

Τον έντυσαν με μετάξι, με τίτλους, με χρυσά ονόματα και οικογενειακά οικόσημα, μα εκείνος ασφυκτιούσε.

Γιατί υπάρχουν ψυχές που δεν γεννήθηκαν να μένουν στα σαλόνια όταν δίπλα τους κάποιοι πεθαίνουν από καταιγίδες.

Γεννήθηκαν για τις καταιγίδες.

Περιπλανήθηκε διψώντας για το απόλυτο, φτύνοντας την υποκρισία των αριστοκρατών, κυνηγώντας σώματα που μύριζαν γιασεμί, βροχή και αμαρτία.

Έκαψε τις νύχτες του στα κανάλια της Βενετίας, σε δωμάτια όπου τα κεριά έλιωναν πάνω σε γυμνά κορμιά σαν χρυσά δάκρυα του Θεού.

Αγάπησε γυναίκες. Άγρια. Παράφορα.

Με εκείνη τη βία που αγαπούν οι άνθρωποι όταν φοβούνται πως τίποτε δεν θα κρατήσει.

Μα κάθε φιλί άφηνε μέσα του μια μεγαλύτερη ερημιά.

Γιατί η ψυχή του δεν αναζητούσε απλώς έρωτα.

Αναζητούσε έναν λόγο να καεί.

Κι ύστερα άκουσε μια κραυγή.

Όχι από παλάτια.

Όχι από όπερες και χορούς.

Από βουνά.

Από καμένα χωριά.

Από παιδιά που κοιμούνταν αγκαλιά με τον φόβο.

Από γυναίκες που ξέθαβαν τους νεκρούς τους με γυμνά χέρια.

Από άντρες που έδεναν το τραύμα τους με κομμάτια σημαίας για να συνεχίσουν να πολεμούν.

Και τότε ο δρόμος του φωτίστηκε από έναν ήλιο αρχαίο.

Κοίταξε προς τον Νότο, εκεί όπου τα μάρμαρα αιμορραγούσαν φως κι οι σκλάβοι αποφάσισαν να γίνουν ήρωες. Την Ελλάδα.

Τη χώρα που γεννούσε ακόμα ελευθερία μέσα από στάχτες και αίμα.

Δεν άντεχε πια να είναι ο παρατηρητής των στίχων, να εξαργυρώνει την επανάσταση με κρασί μπροστά σε τζάκια, να γράφει για θανάτους χωρίς να έχει κοιτάξει ποτέ τον θάνατο στα μάτια.

Πέταξε το μετάξι της Ευρώπης σαν νεκρό δέρμα.

Χάρισε τα πλούτη του.

Το όνομά του.

Τη δόξα του.

Τη νεότητά του.

Ήθελε να λερωθεί με αίμα.

Να ακούσει τη σφαίρα να περνά δίπλα του σαν θυμωμένος άγγελος.

Να αξίζει, επιτέλους, τα ίδια του τα ποιήματα.

Όπλισε ένα πλοίο και πάτησε το χώμα της Ελλάδας, το Σύμπαν συντονίστηκε.

Άκουσε το Αιγαίο να ανασαίνει σαν αρχαίος θεός μέσα στο σκοτάδι.

Είδε τους ρακένδυτους αγωνιστές, τα μάτια τους — βαθιά πηγάδια πόνου και φωτιάς — και κατάλαβε πως η αληθινή αριστοκρατία δεν γράφεται σε τίτλους ιδιοκτησίας.

Γράφεται στη μαύρη λίστα εκείνων που διαλέγουν τον θάνατό τους για να μπορέσουν άλλοι άνθρωποι να δουν ελεύθερο ουρανό.

Και τότε κατάλαβε κάτι ακόμα πιο τρομερό: πως η ελευθερία δεν είναι λέξη.

Είναι μητέρα που περιμένει παιδί που δεν θα επιστρέψει ποτέ.

Είναι άδεια παπούτσια δίπλα στην πόρτα.

Είναι αίμα πάνω σε χιόνι.

Είναι ένα τελευταίο γράμμα που δεν πρόλαβε να φτάσει.

Είναι άνθρωποι που πεθαίνουν χωρίς να ξέρουν αν ο αγώνας τους θα δικαιωθεί Και γι’ αυτό είναι ιεροί.

Και έφτασε εκεί. Στο Μεσολόγγι Εκεί που οι νύχτες μύριζαν βούρκο, πυρετό και μπαρούτι.

Όπου τα κουνούπια έπιναν αίμα σαν μικροί μαύροι δήμιοι κι η βροχή χτυπούσε τα κανόνια σαν πένθιμο εμβατήριο του ουρανού.

Οι άντρες κοιμούνταν αγκαλιά με τα όπλα τους.

Τα παιδιά μάθαιναν πρώτα να αντέχουν και μετά να μιλούν.

Οι γυναίκες έβραζαν χόρτα και δάκρυα για να χορτάσουν την πείνα.

Κι όμως… Μέσα σε εκείνη τη λάσπη άνθιζε κάτι αθάνατο.

Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Κι εκείνος χαμογελούσε.

Δεν ήταν πια ο διάσημος.

Ο ωραίος.

Ο θρύλος των σαλονιών.

Ήταν ένας άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους, που μοιράζονταν την ίδια ανάσα πριν από το σκοτάδι.

Κι ύστερα ήρθε ο πυρετός. Αδυσώπητος. Υγρός.

Σαν να σηκώθηκε η ίδια η λιμνοθάλασσα και μπήκε μέσα στο αίμα του.

Το σώμα λύγιζε, μα το βλέμμα παρέμενε μια ανοιχτή εστία φωτιάς.

Κι εκεί, ανάμεσα στον πυρετό και στο τέλος, ξεκλειδώθηκε το μεγάλο μυστικό: υπάρχουν πατρίδες που δεν σου δίνονται από τη γέννα, αλλά σε διεκδικούν με το αίμα τους.

Μπορείς να πεθάνεις για μια γη που δεν σε γνώριζε, μόνο και μόνο γιατί η ψυχή σου την αναγνώρισε για αδικημένη.

Και τότε ο Λόρδος δεν ήταν πια μόνο ο Λόρδος.

Ήταν όλοι.

Ήταν ο ανώνυμος φοιτητής που στάθηκε μπροστά σε τανκς.

Ήταν ο εργάτης που εκτελέστηκε γιατί ζήτησε ψωμί και δικαιοσύνη.

Ήταν το παιδί που κράτησε μια πέτρα απέναντι σε αυτοκρατορίες.

Ήταν ο μαύρος σκλάβος που έσπασε τις αλυσίδες του.

Ήταν ο εξόριστος ποιητής.

Ο φυλακισμένος δημοσιογράφος.

Ο αντάρτης του βουνού.

Ο τελευταίος υπερασπιστής μιας γέφυρας που καιγόταν.

Ήταν όλοι εκείνοι που αγάπησαν τον άνθρωπο περισσότερο από τη ζωή τους.

Γι’ αυτό οι τάφοι τους δεν μένουν ποτέ σιωπηλοί.

Τη νύχτα, αν πλησιάσεις αρκετά, θα ακούσεις ακόμα τις καρδιές τους.

Χτυπούν κάτω από το χώμα σαν υπόγεια τύμπανα της Ιστορίας.

Λένε: «Μην γονατίζετε». Λένε: «Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για αλυσίδες». Λένε: «Αν χρειαστεί, κάντε το σώμα σας γέφυρα για να περάσει το μέλλον». Κι όταν η τελευταία πνοή του Βύρωνα ανέβηκε σαν καπνός πάνω από το Μεσολόγγι, ο άνεμος δεν θρήνησε.

Τον άρπαξε σαν αρχαίο πολεμιστή και τον σήκωσε πάνω από τις λίμνες, πάνω από τα βουνά, πάνω από τις σημαίες των εξεγερμένων όλου του κόσμου.

Πάνω από φυλακές.

Πάνω από κρεμάλες.

Πάνω από παιδιά που ακόμα πεθαίνουν κρατώντας μια πέτρα απέναντι στα τανκς.

Κι όλες οι ψυχές των σκοτωμένων αγωνιστών σηκώθηκαν μέσα από το χώμα.

Οι νεκροί της ελευθερίας.

Οι άγνωστοι.

Οι προδομένοι.

Οι σταυρωμένοι της Ιστορίας.

Εκείνοι που δεν πρόλαβαν να γεράσουν.

Εκείνοι που δεν ξαναφίλησαν ποτέ τα παιδιά τους.

Εκείνοι που έπεσαν φωνάζοντας «Ψωμί», «Δικαιοσύνη», «Πατρίδα», «Άνθρωπος». Και τότε η Γη ολόκληρη άρχισε να χτυπά σαν μία καρδιά.

Από το Μεσολόγγι, ως κάθε τόπο όπου ένας άνθρωπος τόλμησε να σταθεί όρθιος απέναντι στο σκοτάδι.

Κι η Ελλάδα, γονατισμένη μέσα στις φλόγες και στα ερείπιά της, έσκυψε πάνω από τον νεκρό ποιητή, του έκλεισε τα μάτια με χέρια τρεμάμενα από αίμα και ευγνωμοσύνη και ψιθύρισε: «Δεν ήσουν ξένος.

Ήσουν η πληγή που έγινε σημαία.

Η φωτιά που έμαθε στους λαούς να μην γονατίζουν. Ήσουν ένας άνθρωπος που αγάπησε τόσο πολύ την ελευθερία, ώστε νίκησε ακόμα και τον θάνατο».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences