Ο Καθρέφτης του Απείρου (ή η συνάντηση του Ανθρώπου με τον Συμπαντικό του Εαυτό) Στη σιωπή που ψηλαφίζει το κενό, εκεί που η ύλη γίνεται ανάσα και λήθη, στάθηκα μπροστά στο μεγάλο ανοιχτό παράθυρο...
Ο Καθρέφτης του Απείρου (ή η συνάντηση του Ανθρώπου με τον Συμπαντικό του Εαυτό) Στη σιωπή που ψηλαφίζει το κενό, εκεί που η ύλη γίνεται ανάσα και λήθη, στάθηκα μπροστά στο μεγάλο ανοιχτό παράθυρο.
Δεν κοιτούσα το σκοτάδι· κοιτούσα το Φως που περίμενε να γεννηθεί από τα μάτια μου.
Ένας παλμός, μια δόνηση κρυφή στο στήθος, σαν αρχαίο αστέρι που θυμήθηκε ξανά την τροχιά του. «Είμαι ο κόσμος που κοιτάζει τον εαυτό του», ψιθύρισε η σκέψη... Και τότε κατάλαβα κάτι που χρόνια ολόκληρα προσπαθούσα να αγγίξω με λέξεις: πως το Σύμπαν δεν βρίσκεται απέναντί μου.
Βρίσκεται μέσα μου.
Το φως των άστρων που ταξιδεύει δισεκατομμύρια χρόνια δεν είναι ξένο από εμένα.
Η ίδια ενέργεια που γεννά έναν ήλιο ανάβει και τη σπίθα της συνείδησής μου.
Το σώμα μου είναι ύλη από αστέρια.
Και η ψυχή μου είναι η μνήμη αυτού του φωτός.
Και τότε ο ουρανός άνοιξε αργά σαν βλέφαρο αιώνιου Θεού.
Τα άστρα δεν έμοιαζαν πια μακρινά.
Ήταν πληγές φωτός πάνω στο σώμα της Νύχτας.
Ήταν οι ίδιες σπίθες που κάποτε άναψαν μέσα στο αίμα μου και έγιναν επιθυμία, φόβος, έρωτας, μνήμη.
Γι’ αυτό, όταν κοιτάζω τον ουρανό, νιώθω κάτι να ραγίζει μέσα μου.
Σαν να αναγνωρίζει η ύπαρξή μου μια παλιά, ξεχασμένη πατρίδα.
Άπλωσα το χέρι προς το Άπειρο και ένιωσα το Άπειρο να απλώνει το δικό του προς εμένα.
Δεν υπήρχε απόσταση.
Μονάχα μια λεπτή μεμβράνη σιωπής ανάμεσα στον άνθρωπο και στη μυστική του απεραντοσύνη.
Δεν φοβήθηκα πια το σκοτάδι.
Γιατί κατάλαβα πως το σκοτάδι δεν είναι απουσία.
Είναι μήτρα.
Είναι ο τόπος όπου το φως ετοιμάζεται να γεννηθεί.
Όπως μέσα στη σιωπή γεννιέται η μουσική.
Όπως μέσα στη νύχτα γεννιέται η αυγή.
Όπως μέσα στον άνθρωπο γεννιέται η συνείδηση του Θεού.
Τότε κατάλαβα: η ψυχή δεν είναι φυλακισμένη μέσα στο σώμα.
Το σώμα είναι μια σταγόνα μέσα στον ωκεανό της ψυχής.
Κάθε σκέψη μου έστελνε μικρούς κυματισμούς στο σκοτάδι.
Και το σκοτάδι απαντούσε με γαλαξίες.
Ένιωσα πως κάθε σκέψη μου άγγιζε αόρατα το Σύμπαν.
Πως κάθε φόβος σκοτείνιαζε μέσα μου έναν μικρό ουρανό.
Και πως κάθε πράξη αγάπης άναβε έναν νέο ήλιο μέσα στο σκοτάδι των ανθρώπων.
Μέσα μου γεννιούνταν ήλιοι.
Μέσα μου κατέρρεαν σύμπαντα.
Κάθε φόβος μου ήταν μια μαύρη τρύπα που κατάπινε φως, κι όμως — ακόμα κι εκεί, στο βαθύτερο σημείο της κατάρρευσης, κάτι συνέχιζε να λάμπει.
Ίσως η ελπίδα.
Ίσως η μνήμη της πρώτης δημιουργίας.
Ίσως ο ίδιος ο Δημιουργός που ανασαίνει πίσω από όλα τα πράγματα.
Και είδα ξαφνικά πως η Συνείδηση δεν είναι σκέψη.
Δεν είναι απλώς μια λειτουργία του νου.
Δεν είναι ένας σπινθήρας παγιδευμένος μέσα στον εγκέφαλο.
Είναι ένας αόρατος ωκεανός ενέργειας όπου γεννιέται και κολυμπά η ύλη.
Είναι το χέρι που δίνει μορφή στον άνεμο.
Το βλέμμα που μετατρέπει το χάος σε αστερισμό.
Η σιωπή που κυοφορεί κάθε μουσική του κόσμου.
Τότε κατάλαβα ότι η συνείδηση δίνει μορφή στο χάος.
Ο άνθρωπος δεν είναι απλός θεατής της Δημιουργίας.
Είναι μέρος της.
Συνδημιουργός της.
Με τη σκέψη του.
Με την πρόθεσή του.
Με την αγάπη ή το μίσος που εκπέμπει.
Γιατί όλα είναι δόνηση.
Όλα είναι ενέργεια που αναζητά μορφή.
Ο χρόνος έλιωσε γύρω μου σαν κερί κάτω από αόρατη φλόγα.
Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον έγιναν ένας ενιαίος παλμός, μια κοσμική αναπνοή που μπαινόβγαινε μέσα στο στήθος μου.
Σαν να είχε πάψει πια η ύπαρξη να μετριέται με ρολόγια.
Σαν να ήταν όλα μία και μοναδική στιγμή φωτός που διαστέλλεται αιώνια.
Και τότε αντίκρισα τον Καθρέφτη.
Δεν ήταν από γυαλί.
Δεν είχε επιφάνεια.
Ήταν φτιαγμένος από καθαρή επίγνωση.
Κοίταξα μέσα του και δεν είδα το πρόσωπό μου.
Είδα νεφελώματα να γεννιούνται.
Είδα ωκεανούς φωτός.
Είδα πολιτισμούς που χάθηκαν και άλλους που δεν έχουν ακόμη υπάρξει.
Είδα παιδιά να γελούν σε κόσμους δίχως πόλεμο.
Είδα τη Γη ντυμένη ξανά με δάση, ποτάμια καθαρά και ουρανούς χωρίς στάχτη.
Είδα ανθρώπους να αγκαλιάζονται χωρίς φόβο.
Να μιλούν χωρίς μίσος.
Να θυμούνται πως κανείς δεν γεννήθηκε για να είναι μόνος μέσα στο Σύμπαν.
Και πίσω από όλα αυτά, σαν αόρατη καρδιά που κρατούσε ενωμένο το Σύμπαν, υπήρχε μόνο μία δύναμη: η Αγάπη.
Όχι η μικρή ανθρώπινη αγάπη που φοβάται να χαθεί, αλλά εκείνη η απέραντη δύναμη που ενώνει τα άτομα με τα άστρα, τον άνθρωπο με τον άνθρωπο, την ψυχή με το Άπειρο.
Η δύναμη που κρατά τους γαλαξίες σε τροχιά και ταυτόχρονα κάνει ένα παιδί να ψάχνει το χέρι της μητέρας του μέσα στη νύχτα.
Τότε κατάλαβα γιατί γεννιέται το Φως. Το Φως δεν γεννιέται για να νικήσει το σκοτάδι.
Γεννιέται για να του θυμίσει ότι κάποτε ήταν κι αυτό αστέρι.
Κι εγώ, μικρός και ατελής, στεκόμουν ακόμη μπροστά στο παράθυρο. Μα δεν ήμουν πια μόνος. Ολόκληρο το Σύμπαν ανάσαινε μέσα μου. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους