[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σύγχρονες προσεγγίσεις του Κ.Τσάτσου: νεοκαντιανισμός και Κέλσεν Σημαντική για να κατανοήσουμε τις πνευματικές και ιδεολογικές διεργασίες που εξετάζουμε είναι η επισήμανση του Α.Α. Κύρτση ότι ο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σύγχρονες προσεγγίσεις του Κ.Τσάτσου: νεοκαντιανισμός και Κέλσεν Σημαντική για να κατανοήσουμε τις πνευματικές και ιδεολογικές διεργασίες που εξετάζουμε είναι η επισήμανση του Α.Α. Κύρτση ότι ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας του κύκλου του Αλέξανδρου Παπαναστασίου είχε νεοκαντιανή θεμελίωση, γεγονός που τον συνδέει άμεσα με την κατεύθυνση που έλαβε ο στοχασμός του Κ.Τσάτσου.

Γράφει «οι νεοκαντιανές θεμελιώσεις σοσιαλιστικών ιδεών έχουν ασύγκριτα μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι το μαρξικό έργο, και γι’ αυτό θα πρέπει να μας απασχολήσουν περισσότερο.

Ο αριστερός νεοκαντιανισμός μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε τη σκέψη του Παπαναστασίου και ορισμένων μελών του κύκλου του από μια άλλη σκοπιά…Το νεοκαντιανό υπόβαθρο επηρέασε άλλα μέλη του ευρύτερου κύκλου του Παπαναστασίου, πιο συντηρητικής προέλευσης, όπως ήταν ο Κανελλόπουλος, και υπήρξε η κοινή βάση για τη σύγκλιση διανοουμένων που ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες έφτασαν σε παρόμοιες προσεγγίσεις.

Η κατανόηση του αριστερού νεοκαντιανού υποβάθρου -ρητού ή υπόρρητου- του κύκλου του Παπαναστασίου μπορεί να διευκολύνει την αναγνώριση των μετατοπίσεων προς τον πιο συντηρητικό καντιανισμό, που επέφερε η νεότερη γενιά των πιο συντηρητικών διανοουμένων, μελών αυτού του κύκλου ή συνδεδεμένων με αυτόν» . Η Κατερίνα Πάπαρη στο βιβλίο της κάνει εκτενείς αναφορές στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και στο «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών.

Συγχρόνως περιγράφει αναλυτικά το ρεύμα του νεοκαντιανισμού και την φιλελεύθερη-δημοκρατική-εκσυγχρονιστική κατεύθυνση που έλαβε.

Θα αναφερθεί επίσης στην διαμάχη του Τσάτσου με τον Γληνό, την συσχέτιση που κάνει ανάμεσα στον ελληνισμό και την Ευρώπη, σε έργα του όπως την «Κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων» και σε μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά που κυκλοφορούσαν το διάστημα.

Σημειώνει ότι «ο Κανελλόπουλος και ο Τσάτσος ως νέοι υφηγητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών έφεραν πράγματι έναν αέρα ανανέωσης στο τμήμα, που οφειλόταν τόσο στον κοσμοπολιτισμό και την ευρυμάθειά τους όσο και στην ικανότητά τους να συνεπαίρνουν το κοινό, προσόντα που θεωρούνταν απαραίτητα για τον διδάσκοντα» . Από κοινού διοργάνωσαν φροντιστήρια για τον ιστορικό υλισμό, την διάκριση ηθικής και δικαίου και τη σχέση ιδέας και αιτιότητας.

Από τους φοιτητές που τους παρακολουθούσαν θα ξεπηδήσει το περιοδικό «Προπύλαια». Μάλιστα «το 1933 ο τότε «Αρχειομαρξιστής» φοιτητής Σάββας Κωνσταντόπουλος και ο Αναστάσιος Χριστοφιλόπουλος -που μαζί με τον Άγγελο Προκοπίου ήταν οι αριστεροί καθοδηγητές του φοιτητικού κινήματος -δημοσίευσαν «ανοιχτή επιστολή» στους «Νέους Πρωτοπόρους», καταγγέλοντας τον καθηγητή Τσάτσο ανάμεσα σε άλλα και για τον σκοπό των φροντιστηρίων του» . Σε αυτούς απάντησε ο Γ.Δασκαλάκης στο περιοδικό Ιδέα (τεύχος 6, Ιούνιος 1933) όπου μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι οι «ιδεοκράτες αγωνίζονταν για τις δημοκρατικές ελευθερίες για να φτάσουν στην ποθητή από όλους αταξική κοινωνία» . Η Πάπαρη αναφέρεται στον διάλογο του Τσάτσου με τον Σεφέρη και τα έργα του που αφορούν την φιλοσοφία του δικαίου και συμπεραίνει ότι «οι θέσεις του Τσάτσου για την ηγεσία ήταν σε απόλυτη συμφωνία με την προτίμηση του ισπανού φιλοσόφου Χοσέ Ορτέγα ι Γκάσσετ (Jose Ortege Y Gasset) προς μια εκλεκτή μειοψηφία (minora selecta) που θα πρέπει να εξουσιάζει τη μάζα των πολλών, ώστε να μην κινδυνεύει η δημοκρατία από τις επαναστατικές τάσεις της μάζας» . Συγχρόνως επισημαίνει την βενιζελική προέλευση του Κ.Τσάτσου τον οποίο εξύμνησε σε άρθρο με τον τίτλο «Ελευθέριος Βενιζέλος» που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα (τεύχος 4, Απρίλης 1936). Αναφέρει την εκτεταμένη αρθρογραφία του Κ.Τσάτσου, το 1935, υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Τον Αύγουστο του 1935 η κίνηση κατά της μοναρχίας συμπληρώθηκε με την διακήρυξη υπέρ της δημοκρατίας υπέγραψαν οι Κ.Τσάτσος, Π.Κανελλόπουλος, Κ.Τριανταφυλλόπουλος, Α.Σβώλος, Ι.Θεοδωρακόπουλος, Θ.Τσάτσος, Κ.Βαρβαρέσσος, Π.Νιρβάνας,Ν.Καρβούνης, Χ.Θεοδωρίδης, Σ.Μελάς και άλλοι . Το βιβλίο της Κ.Πάπαρη τελειώνει με την καταδίκη των Κανελλόπουλου-Τσάτσου για την συμμετοχή τους στις κυβερνήσεις που διεξήγαγαν τον εμφύλιο πόλεμο και έλαβαν κατασταλτικά μέτρα κατά της κομμουνιστικής αριστεράς.

Οι τελευταίες παρατηρήσεις της δεν επιτρέπουν να φωτιστούν οι ιδεολογικές και αξιακές επιλογές τόσο του Τσάτσου όσο και του Κανελλόπουλου. Ο Βασίλης Μπογιατζής ερμηνεύει τον Τσάτσο ως μέρος του «Αρχείου Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών» και της προσπάθειας που έκαναν όσοι συμμετείχαν σε αυτό να δώσουν φιλοσοφική απάντηση στον μαρξισμό αλλά και να ορίσουν τα κριτήρια του επιστημονικού λόγου: «στην ιστορικουλιστική θεωρία διαμόρφωσης της συνείδησης από την κοινωνική πραγματικότητα, ο Τσάτσος αντέτασσε μια αυτενεργό συνείδηση, η οποία ενείχε τους όρους που καθιστούν τη γνώση της πραγματικότητας, όπως και την επιστήμη εν γένει, εφικτή και αντικειμενική» . Επίσης ορθά εντοπίζει στον Kant την σοσιαλιστική ιδεολογία του Τσάτσου.

Η ενότητα όντος και δέοντος, αισθητού και νοητού, φύσης και συνείδησης «μπορούσε να επιτελεστεί σε άλλη βάση από αυτήν του ιστορικού υλισμού» . Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα οδηγεί στην φιλοσοφία του Δικαίου όπως την διατύπωσε ο Κ.Τσάτσος. Ο Μπογιατζής υποστηρίζει ότι «καθώς επιθυμούσε να εδραιώσει την έννοια του δικαίου, κατ’ εξοχήν δε αυτή της πολιτείας, τις οποίες εκλάμβανε ως συνώνυμες, δεν μπορούσε να παραμείνει στο πεδίο της ιστορικής/κοινωνιολογικής προσέγγισης.

Έπρεπε να την τεκμηριώσει σε υπέρτερη αρχή κι αυτή ήταν η ιδέα του δικαίου» . Συμπληρώνει δε πως «στην επιχειρηματολογία του Τσάτσου αναμειγνύονταν τόποι της φιλελεύθερης ιδεολογίας, καθώς και της φιλελεύθερης ουτοπικής σκέψης κατανοείτο, λ.χ., η ύπαρξη του βουλητικού στοιχείου της πράξης, αντιμετωπιζόταν όμως ως υπερβατό δια του Λόγου ή ήδη εκλογικευμένο: η διφυΐα της πράξης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η πίστη στη δυνατότητα εκλογίκευσης του πολιτικού ανταγωνισμού αντικατοπτριζόταν στο θετικό δίκαιο, στην ενότητα και την πληρότητα που το διείπε, στην πολιτεία το οποίο το ενσάρκωνε» . Σε αυτό το σημείο ομολογεί ότι συμφωνεί με τον Κύρτση στις διαπιστώσεις του για την επιρροή του Κάντ σε στοχαστές όπως ο Τσάτσος και ο Κανελλόπουλος όπου μπορεί να έχει «σαφέστατες ολοκληρωτικές απολήξεις» . Η τελευταία παρατήρηση αποτελεί και αναδρομική δικαίωση των αιτιάσεων του Γληνού, άλλωστε το τελευταίο μέρος του βιβλίου του Β.Μπογιατζή, κατά ένα μεγάλο μέρος, είναι αφιερωμένο στην διαμάχη Γληνού και Τσάτσου.

Όμως, γράφει «ο Τσάτσος είχε διαμορφώσει εκείνο τον θεωρητικό σκελετό υποδοχής της τεχνολογίας, της επιστήμης και της οικονομίας: ηθική πραγμάτευση του κοινωνικού ζητήματος και εμποτισμός της επιστήμης και της τεχνολογίας/οικονομίας από αξίες» και στον ίδιο τόνο συμπληρώνει «ο αυταρχισμός του Τσάτσου έφτανε μέχρι το φασιστικό κατώφλι» . Ο τελευταίος ισχυρισμός αποτελεί ένα διανοητικό άλμα που προϋποθέτει την παράκαμψη της πολιτικής πορείας του, την δίωξη και την εξορία από την δικτατορία Μεταξά, την υπέρβαση του συνόλου του έργου του αλλά και την σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση της ιδεολογίας του.

Απαιτεί όμως και μια ακόμη μεγαλύτερη διανοητική κατασκευή που συνιστά αντιστροφή της πραγματικότητας: την αυθαίρετη ώθηση του Χάνς Κέλσεν στο χώρο του εθνικοσοσιαλισμού.

Εκκινώντας από μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο «Αρχείο» όπου αφού καταδικάζει τον φασισμό και τον μπολσεβικισμό, συμπεραίνει ότι η πανουργία της ιστορίας μπορεί να οδηγούσε τον φασισμό να πραγματοποιούσε την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, ο Μπογιατζής διαβλέπει αν όχι την ταύτιση, σίγουρα την ιδεολογική συγγένεια με τον φασισμό . Βεβαίως κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου η αντικαπιταλιστική δημαγωγία του δεξιού ολοκληρωτισμού μπορούσε να πείσει για τις προθέσεις ή για την δημιουργία ενός κατά τον Σπένγκλερ καισαρικού καθεστώτος.

Παρόλα αυτά ο Κέλσεν ήταν αφενός σε διαμάχη με τον Κάρλ Σμίτ, που για ένα διάστημα τουλάχιστον υπερασπίστηκε τον ναζισμό και αφετέρου τελικά λόγω της εβραϊκής καταγωγής του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Γερμανία και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ.

Πέρα από την εκτεταμένη διεθνή βιβλιογραφία έχουμε πλέον στην γλώσσα μας δύο σημαντικά βιβλία.

Το πρώτο είναι της Sandrine Baume με το τίτλο «Χάνς Κέλσεν-Συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας, μετάφραση Βασίλης Βουτσάκης, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2016 και το δεύτερο είναι ο διάλογος H.Kelsen-C.Schmitt: Ποιος είναι ο φύλακας του συντάγματος, μετάφραση και εισαγωγή Νικόλα Βαγδούτη, εκδόσεις Παπαζήση και Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα 2024. Η Σαντρίν Μπώμ τονίζει ότι για τον Κέλσεν «το δημοκρατικό παιχνίδι έγκειται στη σύγκρουση ομάδων με αντίθετα συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπούνται πιο αποτελεσματικά από τα πολιτικά κόμματα.

Η αξία που ο Κέλσεν αναγνωρίζει στους κομματικούς σχηματισμούς, και ο ενθουσιασμός με τον οποίο τους ενσωματώνει στη θεωρία του για τη δημοκρατία, τον διακρίνει από άλλους συνταγματολόγους, ιδίως κατά την περίοδο της Βαϊμάρης, που δεν συμμερίζονταν την αισιοδοξία του ως προς το κομματικό σύστημα και τη θέση που κατέχει στον κοινοβουλευτικό στίβο.

Σε αντίθεση με ορισμένους νομομαθείς, μετά το 1918, όπως ο Μαξ Βέμπερ ή ο Καρλ Σμιτ, που ανησυχούν για την ανάδυση των κομματικών σχηματισμών, ο Κέλσεν όχι απλώς δεν τους φοβάται, αλλά τους θεωρεί «ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της πραγματικής δημοκρατίας, αφού εξασφαλίζουν στα άτομα επιρροή στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων, αναομαδοποιώντας τα ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους.

Κατά την άποψή του, η ανάδυση των πολιτικών κομμάτων και η ρύθμισή τους από το Σύνταγμα ανάγονται στον σύμφυτο με τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη εξορθολογισμό της εξουσίας» . Ο Κέλσεν απορρίπτοντας την κριτική του Σμίτ στον κοινοβουλευτισμό καταλήγει ότι «ο σκοπός και το νόημα του Κοινοβουλίου συνίσταται στην επίτευξη συμβιβασμών ανάμεσα σε διαφορετικές αξίες και αποκλίνοντα συμφέροντα.

Με αυτή τη σχετικιστική επιχειρηματολογία ο Κέλσεν κατορθώνει να υπονομεύσει ένα μέρος των αντικοινοβουλευτικών επικρίσεων που στηρίζονται στην ιδέα της προδοσίας του διαβουλευτικού ιδεώδους.

Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δεν επιδιώκουν ούτε τις «απόλυτες αλήθειες» ούτε μια «αληθινή» βούληση του κράτους, αλλά αναζητούν μια ενδιάμεση λύση ανάμεσα στα συμφέροντα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας» . Η δημοκρατία είναι το μόνο πολίτευμα «που όχι μόνο ανέχεται αλλά και προϋποθέτει μια επιστημονική εξέταση αυτού του ίδιου ως μορφής διακυβέρνησης.

Αντίθετα, η αυταρχία απορρίπτει τον εξορθολογισμό της πολιτικής πράξης» . Ο συμβιβασμός αποτελεί το πρωταρχικό, το «συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας» . Πέραν των παραπάνω ο Κέλσεν είναι από τους πρώτους που παύτηκε από την θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, λόγω της εβραϊκής του καταγωγής.

Διέφυγε στην Γενεύη, έγινε καθηγητής στην Πράγα από όπου και από εκεί αναγκάστηκε να φύγει λόγω του πολέμου από τους ναζί φοιτητές.

Το 1939 εγκαταλείπει την Ευρώπη, εγκαθίσταται στις ΗΠΑ, οπότε από το 1942 είναι καθηγητής στο Χάρβαρντ και στην συνέχεια στο Μπέρκλευ.

Μετά το τέλος του β’ παγκοσμίου πολέμου διετέλεσε νομικός σύμβουλος του ΟΗΕ. Ο Νικόλας Βαγδούτης στην εισαγωγή του διαλόγου ανάμεσα στον Κέλσεν και τον Σμίτ καταλήγει ότι «ο Kelsen υπερασπίστηκε τον δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης -και άρα, τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης- απέναντι στη μετάβαση στο αυταρχικό Προεδρικό Καθεστώς που έλαβε χώρα μέσω της υπέρμετρα διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 48. Μάλιστα, προειδοποίησε ήδη από το 1931 ότι η συνεχής νομοθέτηση μέσω του άρθρου 48 θα επέφερε κίνδυνο της κατάρρευσης του Συντάγματος, κάτι που τελικά συνέβη.

Η ευθύνη της θεωρίας του Schmitt γι΄αυτή την κατάρρευση είναι υπαρκτή δεδομένου ότι νομιμοποίησε αυτή την πρακτική της διαρκούς νομοθέτησης μέσω του άρθρου 48 κατά την τελευταία περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, δηλαδή νομιμοποίησε ένα καθεστώς με δικτατορικές εξουσίες του Προέδρου του Reich» . Ο Κ.Τσάτσος μνημονεύει συχνά και ξεχωρίζει τον Χ.Κέλσεν.

Επηρεάστηκε έντονα από την σκέψη του.

Με αφετηρία τον βενιζελισμό, τους αγώνες κατά της μοναρχίας, στο πνευματικό του έργο και στις πολιτικές τους πράξεις υπερασπίστηκε τον κοινοβουλευτισμό και την Προεδρευόμενη Ελληνική Δημοκρατία της οποίας υπήρξε ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος.

Τέλος ο Β.Μπογιατζής, όπως και η Κ.Πάπαρη στο βιβλίο της, συγκρίνει τον Τσάτσο με τον Ορτέγα υ Γκάσσετ και διαπιστώνει ότι η σκέψη τους χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις συνάφειες.

Είναι ένα ισχυρισμός που εδράζεται στο έργο των δυο στοχαστών δίχως να αναιρεί τον δημοκρατικό χαρακτήρα τους.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences