Στην άκρη μιας παλιάς θάλασσας υπήρχε ένας λαός που έμοιαζε να έχει γεννηθεί από το φως και την πέτρα μαζί. Έχτιζαν σπίτια πάνω σε βράχους που κοίταζαν τον ορίζοντα, τραγουδούσαν πριν ακόμη μάθουν να...
Στην άκρη μιας παλιάς θάλασσας υπήρχε ένας λαός που έμοιαζε να έχει γεννηθεί από το φως και την πέτρα μαζί.
Έχτιζαν σπίτια πάνω σε βράχους που κοίταζαν τον ορίζοντα, τραγουδούσαν πριν ακόμη μάθουν να γράφουν και φιλονικούσαν με πάθος ακόμη και για τα πιο μικρά πράγματα, σαν να εξαρτιόταν από αυτά η μοίρα του κόσμου.
Ήταν άνθρωποι ανήσυχοι.
Δεν άντεχαν τη σιωπή ούτε την υποταγή.
Αγαπούσαν την ελευθερία τόσο πολύ, που συχνά προτιμούσαν να χάσουν τα πάντα παρά να σκύψουν το κεφάλι.
Μπορούσαν να φτιάξουν ποίηση μέσα στη φτώχεια, γιορτή μέσα στη συμφορά και ελπίδα ακόμη κι όταν όλα έμοιαζαν χαμένα.
Είχαν όμως και ένα παράξενο γνώρισμα.
Όταν ανάμεσά τους εμφανιζόταν κάποιος σοφός, γενναίος ή δημιουργικός, δεν τον έβλεπαν σαν άνθρωπο.
Τον ανέβαζαν αμέσως ψηλά, πάνω από όλους.
Του φόρτωναν τις προσδοκίες τους, τις χαμένες τους δυνάμεις, τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους.
Έλεγαν: «Αυτός θα μας σώσει.» «Αυτός είναι διαφορετικός από εμάς.» «Αυτός κρατά το φως.» Κι έτσι, λίγο λίγο, άδειαζαν από μέσα τους ό,τι πίστευαν πως εκείνος κατείχε.
Τη σοφία.
Το θάρρος.
Τη δικαιοσύνη.
Την αξιοπρέπεια.
Τα τοποθετούσαν όλα επάνω του, σαν να μην τους ανήκαν πια.
Ο άνθρωπος εκείνος γινόταν σύμβολο.
Και τα σύμβολα είναι βαριά πράγματα για να τα σηκώσει άνθρωπος.
Στην αρχή τον λάτρευαν.
Του έδιναν στεφάνια, τραγούδια και υποσχέσεις αιωνιότητας.
Μα όταν εκείνος κουραζόταν, όταν αποδεικνυόταν ατελής, όταν δεν μπορούσε πια να χωρέσει τις ανάγκες όλων, τότε ο ίδιος λαός που τον είχε υψώσει άρχιζε να τον γκρεμίζει. «Μας πρόδωσε», έλεγαν. «Δεν ήταν ποτέ σπουδαίος.» «Ήταν ψεύτικος.» Και όσο πιο ψηλά τον είχαν ανεβάσει, τόσο πιο άγρια τον καταδίκαζαν.
Ένας γέροντας που ζούσε μόνος του κοντά στο λιμάνι έλεγε συχνά πως ο λαός αυτός έπασχε από ένα παλιό ξόρκι. «Φοβούνται», έλεγε, «να παραδεχτούν ότι το φως που βλέπουν στους άλλους κατοικεί και μέσα τους.
Γι’ αυτό το πετούν έξω από τον εαυτό τους.
Κάνουν κάποιους θεούς για να μην χρειαστεί να γίνουν οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη δική τους δύναμη.
Και μετά, όταν οι θεοί αποδεικνύονται άνθρωποι, τους σκοτώνουν για να μη νιώσουν τη δική τους εγκατάλειψη.» Κάποτε, ύστερα από πολλές τέτοιες ανυψώσεις και καταρρεύσεις, ένας νεαρός ρώτησε τον γέροντα: «Και πώς λύνεται αυτό το ξόρκι;» Ο γέροντας χαμογέλασε. «Όταν ένας λαός μπορέσει να θαυμάζει χωρίς να γονατίζει και να απογοητεύεται χωρίς να αφανίζει, τότε αρχίζει να ενηλικιώνεται.
Όταν καταλάβει πως κανείς άνθρωπος δεν είναι ολόκληρο το φως αλλά ούτε και εντελώς σκοτάδι.» Και λένε πως από τότε, κάποιες νύχτες, οι άνθρωποι εκείνου του τόπου κοιτούν τη θάλασσα και αναρωτιούνται αν τελικά οι ήρωες που κυνηγούσαν μια ζωή δεν ήταν παρά κομμάτια του ίδιου τους του εαυτού. Αγγελική Μπολουδάκη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους