[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το καλοκαίρι που δεν είχε τιμή Ήταν τα χρόνια που ο ήλιος δεν τον μετρούσαμε σε βαθμούς, αλλά σε αλάτι πάνω στο δέρμα. Το πρωί ξεκινούσε με το τζιτζίκι να ξυπνάει τον κόσμο και τη σκιά να είναι είδος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το καλοκαίρι που δεν είχε τιμή Ήταν τα χρόνια που ο ήλιος δεν τον μετρούσαμε σε βαθμούς, αλλά σε αλάτι πάνω στο δέρμα.

Το πρωί ξεκινούσε με το τζιτζίκι να ξυπνάει τον κόσμο και τη σκιά να είναι είδος πολυτελείας.

Μια σκιά από αρμυρίκι, από κληματαριά που κρεμόταν χαμηλά, από μια μουριά που έκανε τον τόπο μυρωδάτο τον Ιούλιο.

Το καφενεδάκι ήταν δυο βήματα από το κύμα.

Τρεις καρέκλες ξύλινες, ένα τραπέζι με μουσαμά.

Ο καφετζής δεν ρωτούσε τι θέλεις. Ήξερε.

Ένας ελληνικός βαρύγλυκος, και το τάβλι δίπλα, ανοιχτό, με τα πούλια ζεστά απ’ τον ήλιο.

Οι ώρες περνούσαν χωρίς ρολόι.

Μόνο ο ήλιος ανέβαινε, και μετά έγερνε.

Μιλούσαμε λίγο.

Γελούσαμε περισσότερο κι όταν σωπαίναμε, ακούγαμε το κύμα να σκάει στα βραχάκια.

Δεν είχε δρόμο για την παραλία.

Τον φτιάχναμε εμείς.

Με τα πόδια, μέσα από μονοπάτια που τα ήξεραν μόνο οι ντόπιοι και τα κατσίκια.

Στο χέρι μια ψάθα τυλιγμένη, ένα παγούρι με νερό που ζεσταινόταν, δυο ροδάκινα στο σακίδιο.

Όταν φτάναμε, η άμμος έκαιγε.

Πέφταμε στη θάλασσα με τα ρούχα σχεδόν, και βγαίναμε ώρες μετά.

Με μάσκα στο πρόσωπο, μετρούσαμε τον βυθό.

Βρίσκαμε χταπόδια κουρνιασμένα στα βράχια, μαζεύαμε κοχύλια με τρύπα στη μέση για φυλαχτό.

Η παραλία ήταν μοναχική.

Δική μας.

Ούτε ομπρέλα, ούτε ξαπλώστρα, ούτε ταμπέλα που να γράφει τιμή.

Γνωρίσαμε ανθρώπους που δεν μας ρώτησαν από πού είμαστε.

Μας έδωσαν σύκο απ’ το δέντρο τους, μας είπαν πού βγαίνει το φεγγάρι το βράδυ.

Κοιμηθήκαμε σε ταράτσες, με σεντόνι την αρμύρα.

Ζήσαμε ένα καλοκαίρι που δεν το πληρώσαμε.

Το περπατήσαμε, το κολυμπήσαμε, το ήπιαμε σε γουλιές καφέ κάτω απ’ τα αρμυρίκια.

Τώρα, λένε, οι παραλίες έχουν νούμερο και τιμή και ξαπλώστρες στη σειρά σαν στρατιωτάκια.

Γκρινιάζουμε για το κόστος, κλείνουμε θέση από το κινητό.

Έχει ανέσεις.

Έχει κλιματισμό στο beach bar.

Έχει και παγωμένο νερό χωρίς να το κουβαλήσεις.

Αλλά δεν έχει εκείνη τη σκιά που την κέρδιζες με τα πόδια.

Δεν έχει τη σιωπή της μοναχικής ακτής.

Δεν έχει τη μαγεία του να μην ξέρεις τι ώρα είναι, γιατί δεν σε νοιάζει.

Τα παιδιά μας δεν θα μάθουν πώς είναι να «κόβεις» τον δρόμο για τη θάλασσα.

Να τρως το ροδάκινο με τα αλάτια ακόμα στο στόμα.

Να βρίσκεις μια παραλία και να είναι μόνο η δική σου.

Εμείς το ζήσαμε.

Φτωχικό, ρακένδυτο, χωρίς εισιτήριο.

Αλλά ήταν δικό μας και καμιά άνεση δεν μπορεί να το αγοράσει.

Γιατί η μαγεία δεν μπαίνει σε τιμοκατάλογο και η νοσταλγία δεν νοικιάζεται με την ώρα. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences