Το Ψωμί της Σιωπής Ήταν χρόνια στεγνά, τότε που το καλοκαίρι δεν μετριόταν με ημερολόγια αλλά με τη δίψα του χώματος. Τα σπίτια δεν είχαν αριθμούς, μόνο μια πόρτα που έμενε πάντα μισάνοιχτη. Όχι...
Το Ψωμί της Σιωπής Ήταν χρόνια στεγνά, τότε που το καλοκαίρι δεν μετριόταν με ημερολόγια αλλά με τη δίψα του χώματος.
Τα σπίτια δεν είχαν αριθμούς, μόνο μια πόρτα που έμενε πάντα μισάνοιχτη.
Όχι γιατί δεν υπήρχε φόβος, αλλά γιατί δεν υπήρχε τίποτα να κλέψεις εκτός από τη μυρωδιά του φρεσκοζυμωμένου ψωμιου.
Τα παιδιά γεννιόνταν πολλά, σαν τα στάχυα στο αλώνι.
Κανείς δεν τα μετρούσε.
Κανείς δεν τα καλόμαθε.
Φορούσαν τα ρούχα του μεγαλύτερου, μπαλωμένα εκεί που η ζωή είχε τρυπήσει το ύφασμα.
Ένα πέσιμο στο δρόμο δεν σήκωνε δάκρυα.
Σηκωνόσουν, έφτυνες το χώμα από το στόμα, κι έτρεχες πάλι.
Γιατί αν έκλαιγες, θα γέλαγαν κι αν γέλαγαν, έπρεπε να αποδείξεις πως αντέχεις.
Τα απογεύματα, όταν ο ήλιος χαμήλωνε και το σφυρί του μάστορα σταματούσε, οι αυλές γέμιζαν φωνές.
Ξυπόλυτα πόδια χτυπούσαν το χώμα μέχρι που το σούρουπο έπεφτε σαν κουρτίνα και τότε, μια φωνή γυναικεία, κοφτή, από το κατώφλι: «Μέσα τώρα». Αυτό ήταν.
Ο νόμος.
Δεν υπήρχαν ρολόγια.
Υπήρχε η φωνή της μάνας.
Στις αυλές δεν φύτρωναν λουλούδια για ομορφιά.
Φύτρωναν για να αντέχουν.
Βασιλικοί που μύριζαν όταν τους άγγιζες, θάμνοι που δεν ζητούσαν νερό κάθε μέρα, ένα δέντρο στη γωνία που έκανε ίσκιο και καρπό.
Δίπλα, πάντα, ένα αμπέλι.
Να κρέμεται πάνω από το τραπέζι το καλοκαίρι, να θυμίζει πως η γη δίνει, αν σκύψεις.
Πίσω από το σπίτι, ο φούρνος.
Πέτρινος, μαυρισμένος από τη φωτιά.
Εκεί ψηνόταν το ψωμί για πέντε οικογένειες.
Όχι από υποχρέωση.
Από ανάγκη.
Αν σου τέλειωνε το αλεύρι, χτυπούσες την ξύλινη πόρτα του διπλανού. «Δώσε μου μια χούφτα, να περάσουμε σήμερα» κι αύριο, όταν φούσκωνε το δικό σου προζύμι, έκοβες το πρώτο ζεστό κομμάτι και το πήγαινες πίσω.
Χωρίς ευχαριστώ.
Τα ευχαριστώ ήταν για τους ξένους.
Χρήματα δεν κυκλοφορούσαν.
Ανταλλάζαμε αυγά με ζάχαρη, μια χτένα με λίγες ελιές, μια μέρα δουλειά στο αμπέλι με ένα τάσι λάδι.
Τα παιδιά ονειρεύονταν δρόμους που δεν είχαν περπατήσει.
Να φύγουν.
Να δουν θάλασσα.
Να αγαπήσουν χωρίς να ρωτήσουν πρώτα τον πατέρα.
Οι μεγάλοι δεν μιλούσαν πολύ.
Δίδασκαν με τα χέρια τους.
Πώς να κρατάς το δρεπάνι για να μην κοπείς.
Πώς να ζυμώνεις χωρίς να βαραίνει το ζυμάρι.
Πώς να κοιτάς τον άλλον στα μάτια όταν δίνεις το λόγο σου.
Το πιο βαρύ δεν ήταν η φτώχεια.
Ήταν να χάσεις την υπόληψή σου. «Το χέρι που δουλεύει δεν ντρέπεται», έλεγαν. «Το στόμα που λέει ψέματα, ντρέπεται». Όταν τα αγόρια ψήλωναν κι οι κοπέλες γέμιζαν το φουστάνι, η αυλή άλλαζε.
Τα βλέμματα μάκραιναν.
Τα γέλια χαμήλωναν.
Οι παλιότεροι κάθονταν στο πεζούλι και τους κοίταζαν.
Δεν μιλούσαν. Θυμούνταν.
Θυμούνταν τα δικά τους δεκαοχτώ, τότε που το μόνο που είχαν ήταν μια βέρα δανεική κι ένα σεντούκι άδειο κι ύστερα ήρθε ο χειμώνας.
Όχι αυτός με το κρύο.
Ο άλλος.
Αυτός που μπήκε στα σπίτια χωρίς να χτυπήσει πόρτα.
Αυτός που έκανε τον αδερφό να μην μιλάει στον αδερφό.
Που έκλεισε τις πόρτες που ήταν πάντα ανοιχτές.
Που έμαθε τους ανθρώπους να ψιθυρίζουν.
Τη μέρα που χτύπησε η καμπάνα αλλιώτικα, οι άντρες άφησαν το αλέτρι στη μέση του χωραφιού.
Δεν το μάζεψαν.
Έκαναν το σταυρό τους, φίλησαν τα παιδιά στο μέτωπο, πήραν ένα κομμάτι ψωμί στο δισάκι κι έφυγαν.
Οι γυναίκες δεν έκλαψαν μπροστά τους.
Έκλαψαν μετά, στον φούρνο, μονάχες, για να μην τις δει κανείς.
Στο μέτωπο, ο θάνατος δεν διάλεγε.
Μα κάποιοι γύρισαν.
Με ρούχα τρύπια από σφαίρες που δεν τους βρήκαν.
Με μια πέτρα στην τσέπη που είχαν τάξει να επιστρέψουν εκεί που την πήραν.
Με ένα φυλαχτό που είχε λιώσει από τον ιδρώτα και τον φόβο. «Πώς γλιτώσατε;» τους ρώτησαν όταν επέστρεψαν.
Δεν απάντησαν.
Μόνο πήγαν στο ξωκλήσι, γονάτισαν, κι άφησαν κάτω ό,τι κουβαλούσαν.
Γιατί σε κάτι έπρεπε να πιστέψεις για να αντέξεις κι αν δεν ήταν ο ουρανός, ήταν η γη κι αν δεν ήταν η γη, ήταν το χέρι του διπλανού.
Τα χρόνια πέρασαν.
Οι φράχτες ξαναβάφτηκαν.
Οι καβγάδες για τις κότες ξανάρχισαν κι αυτό ήταν καλό γιατί σήμαινε πως η ζωή επέστρεφε.
Πως ο γείτονας ήταν πάλι γείτονας και όχι κάτι άλλο.
Τώρα, όταν τα εγγόνια ρωτούν «Γιατί κοιμόσασταν έξω; Δεν φοβόσασταν;», οι παλιές γυναίκες χαμογελούν. «Παιδί μου, όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, δεν φοβάσαι.
Φοβάσαι όταν έχεις πολλά.
Εμείς είχαμε μόνο ο ένας τον άλλον κι αυτό, δεν στο κλέβει κανείς». Τα βράδια του Αυγούστου, αν κάτσεις ακίνητος, ακόμα ακούς το τραγούδι.
Όχι από το ραδιόφωνο.
Από τη μνήμη.
Ένα τραγούδι για περιστέρια που τρώνε το σιτάρι, για γειτόνισσες που μαλώνουν και αγαπιούνται, για μια εποχή που ήταν σκληρή σαν το ξερό ψωμί, μα νόστιμη, γιατί την μοιραζόσουν κι αν ψάξεις καλά, θα βρεις ακόμα μια ρόκα ακουμπισμένη στο πεζούλι. Περιμένει.
Όχι για να γνέσει για να θυμίσει πως τα χέρια που δούλεψαν, ήταν τα ίδια χέρια που χάιδεψαν και πως οι πληγές στο σώμα, ναι, κλείνουν. Αλλά αυτές που άφησε η αγάπη, ευτυχώς, μένουν για πάντα. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους