Κάποτε, πέρα από τα βουνά και τις μεγάλες θάλασσες, υπήρχε μια απέραντη πεδιάδα με ξερά χόρτα και λιγοστά δέντρα. Στο κέντρο της στεκόταν κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει: μια τεράστια ξύλινη...
Κάποτε, πέρα από τα βουνά και τις μεγάλες θάλασσες, υπήρχε μια απέραντη πεδιάδα με ξερά χόρτα και λιγοστά δέντρα.
Στο κέντρο της στεκόταν κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει: μια τεράστια ξύλινη σκάλα που ανέβαινε κατακόρυφα προς τον ουρανό.
Ήταν παλιά, φαγωμένη από τον χρόνο και τόσο ασταθής που έτριζε ακόμη και με τον άνεμο.
Ανέβαινε τόσο ψηλά, που χανόταν μέσα στα σύννεφα.
Κανείς δεν είχε δει ποτέ πού κατέληγε.
Το μυστήριο της σκάλας βασάνιζε τους ανθρώπους για αιώνες.
Πολλοί προσπάθησαν να την ανέβουν.
Άλλοι κατέβηκαν τρομαγμένοι.
Άλλοι έπεσαν στο κενό.
Κάποιοι χάθηκαν μέσα στα σύννεφα και δεν επέστρεψαν ποτέ.
Κι έτσι γεννήθηκε ο φόβος.
Οι χωρικοί άρχισαν να λένε πως η σκάλα ήταν καταραμένη.
Μια μέρα, ένα μικρό λευκό πουλί πέταξε ψηλά και στάθηκε πάνω στα σκαλιά, σχεδόν εκεί όπου άρχιζαν τα σύννεφα. «Δεν χρειάζεται να την ανέβουμε», είπε κάποιος. «Αν πετάξουμε, θα δούμε πού τελειώνει.» Οι άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν φτερά από ξύλα και πανιά.
Πήδαγαν από λόφους και στέγες προσπαθώντας να φτάσουν τη σκάλα.
Μα κανείς δεν τα κατάφερε.
Έπειτα, ένα αναρριχώμενο φυτό άρχισε να τυλίγεται γύρω από τη σκάλα και να ανεβαίνει αργά προς τα σύννεφα.
Οι σοφότεροι του χωριού το παρατηρούσαν για μέρες.
Το φυτό συνέχιζε να ζει ακόμη κι όταν χανόταν εκεί ψηλά.
Κι αν υπήρχε ζωή πάνω από τα σύννεφα, τότε ίσως υπήρχε κι ένας άλλος κόσμος.
Η σκέψη αυτή όμως δεν τους γέμισε ελπίδα.
Τους φόβισε περισσότερο.
Λίγο αργότερα, μια μαϊμού βγήκε από το δάσος, πλησίασε τη σκάλα και άρχισε να σκαρφαλώνει γρήγορα.
Ανέβαινε χωρίς να σταματά.
Μέχρι που χάθηκε μέσα στα σύννεφα.
Οι άνθρωποι περίμεναν ώρες.
Μετά μέρες.
Η μαϊμού δεν επέστρεψε ποτέ.
Τότε όλοι βεβαιώθηκαν. «Η σκάλα οδηγεί στον θάνατο.» Από εκείνη τη μέρα κανείς δεν πλησίαζε.
Η πεδιάδα ερήμωσε και η σκάλα έμεινε μόνη, να τρίζει κάτω από τον άνεμο.
Οι άνθρωποι την ονόμασαν: Η Σκάλα του Θανάτου.
Δεν ήταν όμως μόνο ο φόβος που τους κρατούσε μακριά.
Οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζουν όπως όλοι οι άλλοι.
Είχαν δει τόσους να αποτυγχάνουν, που δεν μπορούσαν πια να φανταστούν πως κάποιος ίσως να τα κατάφερνε.
Ο φόβος είχε γίνει συνήθεια.
Πέρασαν χρόνια.
Ώσπου ένα πρωινό εμφανίστηκε στο χωριό ένα νεαρό αγόρι δεκαοχτώ χρονών.
Το όνομά του ήταν Ενέος.
Ήταν ορειβάτης από μια μακρινή χώρα γεμάτη χιόνια και απόκρημνα βουνά.
Ο πατέρας και ο δάσκαλός του τον είχαν μάθει να αντέχει το κρύο, την πτώση και τη μοναξιά.
Όταν άκουσε την ιστορία της σκάλας, δεν τρόμαξε.
Μόνο την κοίταξε προσεκτικά.
Το ίδιο βράδυ είπε στους χωρικούς: «Δεν πιστεύω πως η σκάλα οδηγεί στον θάνατο.
Πιστεύω πως κανείς δεν γύρισε πίσω για να πει την αλήθεια.» Το επόμενο πρωί άρχισε να ανεβαίνει.
Η σκάλα έτριζε κάτω από το βάρος του.
Ο άνεμος λυσσομανούσε γύρω του.
Μα ο Ενέος έκανε κάτι που κανείς άλλος δεν είχε κάνει.
Δεν κοιτούσε ούτε κάτω ούτε ψηλά.
Ανέβαινε ένα σκαλί τη φορά. «Ένα εμπόδιο τη φορά», του έλεγε πάντα ο δάσκαλός του.
Και αυτό ακριβώς έκανε.
Το προηγούμενο βράδυ είχε δει στον ύπνο του τη μητέρα του.
Εκείνη στεκόταν στην κορυφή ενός βουνού και του είχε πει: «Η ζωή είναι σαν μια σκάλα.
Να εύχεσαι να είναι μεγάλη.» Και από τότε η ατέλειωτη σκάλα δεν του φαινόταν τρομακτική.
Του φαινόταν όμορφη.
Όσο ανέβαινε, η γη μίκραινε κάτω από τα πόδια του.
Οι άνθρωποι έγιναν μικρές κουκκίδες.
Και έπειτα… Χάθηκε μέσα στα σύννεφα.
Οι χωρικοί περίμεναν.
Πέρασε μία ώρα.
Μετά μία μέρα. Ο Ενέος δεν επέστρεφε.
Το χωριό βυθίστηκε στο πένθος.
Όλοι πίστεψαν πως η Σκάλα του Θανάτου είχε πάρει ακόμη μία ζωή.
Μα πάνω από τα σύννεφα ο Ενέος είχε ανακαλύψει κάτι που κανένας άνθρωπος δεν είχε δει ποτέ.
Η σκάλα δεν τελείωνε στον ουρανό.
Κατέληγε σε μια άλλη γη. Τη Μελάνια Γη. Μέσα από την ομίχλη ξεπρόβαλε ένα γιγάντιο καράβι που έπλεε πάνω στον ουρανό σαν να ταξίδευε σε αόρατη θάλασσα.
Το πλοίο είχε ρίξει άγκυρα στη σκάλα, σαν η σκάλα να ήταν λιμάνι του ουρανού.
Γύρω υπήρχαν δέντρα με χρυσά φύλλα που λαμπύριζαν σαν μικροί ήλιοι.
Το αναρριχώμενο φυτό λιαζόταν ήρεμα κάτω από ένα φως που δεν έσβηνε ποτέ.
Εκεί βρήκε τη μαϊμού.
Και το λευκό πουλί. Ζωντανούς.
Και μαζί τους βρήκε ανθρώπους που είχαν χαθεί πριν από χρόνια ανεβαίνοντας άλλες σκάλες σε άλλες πεδιάδες του κόσμου.
Κανείς τους δεν είχε πεθάνει.
Απλώς δεν θέλησαν ποτέ να επιστρέψουν.
Ένας λευκοντυμένος άντρας πλησίασε τον Ενέο. «Η σκάλα δεν διαλέγει τους δυνατούς», του είπε. «Διαλέγει εκείνους που συνεχίζουν να ανεβαίνουν ενώ φοβούνται.» Ο Ενέος κοίταξε πίσω προς τη γη. Για μια στιγμή σκέφτηκε να μείνει.
Να ανέβει στο καράβι.
Να φύγει για κόσμους που κανείς άνθρωπος δεν είχε δει.
Όμως θυμήθηκε τους ανθρώπους που έκλαιγαν γι’ αυτόν.
Και αποφάσισε να επιστρέψει.
Η κατάβαση ήταν πιο δύσκολη κι από την ανάβαση.
Ο άνεμος προσπαθούσε να τον ρίξει στο κενό και η σκάλα έτριζε έτοιμη να σπάσει.
Μα τελικά κατέβηκε.
Όταν οι χωρικοί τον είδαν να βγαίνει μέσα από τα σύννεφα, πάγωσαν. Ο Ενέος τούς μίλησε για τη Μελάνια Γη, για το καράβι και για τον κόσμο πάνω από τα σύννεφα.
Μα οι περισσότεροι δεν τον πίστεψαν.
Άλλοι τον πέρασαν για τρελό.
Άλλοι είπαν πως η σκάλα είχε δηλητηριάσει το μυαλό του.
Και τότε ο Ενέος κατάλαβε κάτι πικρό.
Οι άνθρωποι δεν φοβούνται μόνο το άγνωστο.
Φοβούνται κι εκείνους που έχουν δει κάτι πέρα από αυτό.
Κανείς δεν άντεχε πια να βρίσκεται κοντά του.
Στα μάτια του υπήρχε ένας κόσμος που εκείνοι δεν μπορούσαν να δουν.
Και σιγά σιγά ο Ενέος ένιωσε πως ο κόσμος κάτω από τα σύννεφα είχε γίνει πολύ μικρός για την ψυχή του.
Ένα βράδυ επέστρεψε μόνος στην πεδιάδα.
Η σκάλα έτριζε μέσα στη νύχτα.
Ο άνεμος φυσούσε όπως πάντα. Ο Ενέος στάθηκε μπροστά στο πρώτο σκαλί και χαμογέλασε. Ύστερα άρχισε να ανεβαίνει ξανά. Και αυτή τη φορά… Δεν γύρισε ποτέ πίσω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους