[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το ημερολόγιο έδειχνε 18 Μαΐου του 1975, όταν πέθανε ο αξέχαστος μπαντονεονίστας, μαέστρος και συνθέτης Aníbal Carmelo Troilo ή "Pichuco" όπως ήταν το παρατσούκλι του. Πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το ημερολόγιο έδειχνε 18 Μαΐου του 1975, όταν πέθανε ο αξέχαστος μπαντονεονίστας, μαέστρος και συνθέτης Aníbal Carmelo Troilo ή "Pichuco" όπως ήταν το παρατσούκλι του.

Πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες μετά από το show "Simplemente Pichuco" στο οποίο εμφανιζόταν εκείνη την περίοδο και το οποίο είχε κάνει πρεμιέρα κάτι παραπάνω από ένα μήνα πριν, στις 3 Απριλίου του 1975 στο Teatro Odeón.

Το έργο ήταν σύλληψη του Horacio Ferrer ο οποίος υπέγραφε τα κείμενα ενώ χορογράφοι του έργου ήταν οι Juan Carlos Copes και María Nieves. Ο Aníbal Troilo είχε γεννηθεί στις 11 Ιουλίου του 1914 στο Buenos Aires.

Σχετικά με το παρατσούκλι του, "Pichuco", ο ίδιος είχε πει σε μία συνέντευξη που είχε δώσει στον Julián Centeya οτι προϋπήρχε του ονόματός του.

Ο πρωτότοκος γιος της οικογενείας είχε ονομαστεί Marcos και είχε συμφωνηθεί οτι ο δεύτερος γιος που θα γεννιόταν θα έπαιρνε το όνομα του πατέρα του Aníbal αλλά πριν αρχίσουν να τον καλούν έτσι ήδη είχε προκύψει το παρατσούκλι του: "Ο πατέρας μου είχε ένα φίλο που τον αποκαλούσαν Pichuco.

Μια φορά, βρέφος ακόμα κι ενώ έκλαιγα προσπαθούσε να με παρηγορήσει με γλυκό και χαρούμενο τόνο λέγοντας μου: 'Ηρέμησε.. Pichuco.. ηρέμησε όλα είναι καλά.' Είπε Pichuco και από τότε όλοι με αποκαλούσαν έτσι..." είχε αναφέρει ο ίδιος. Ο Pichuco ήταν από τους λίγους καλλιτέχνες που σε έκαναν να αναρωτιέσαι ποιό ήταν το μυστήριο και η μαγεία που διέθετε που προκαλούσε τέτοια ταύτιση με τον κόσμο που τον άκουγε.

Σαν μπαντονεονίστας δεν θύμιζε μεμονωμένα το στυλ κανενός από τους μεγάλους μπαντονεονίστες Pedro Maffia, Carlos Marcucci, Pedro Laurenz ή Ciriaco Ortiz αλλά είχε κάτι από όλους αυτούς στο σύνολο.

Ήταν δεξιοτέχνης με πολύ συναίσθημα και εκφραστικότητα στο παίξιμο του.

Ως μαέστρος είχε ένα tango ύφος αδιαμφισβήτητα ισορροπημένο με απαράμιλλο γούστο και ποιότητα.

Ήξερε να επιλέγει τους καλύτερους μουσικούς σύμφωνα με τις μουσικές απόψεις του καθώς και πολύ καλούς τραγουδιστές οπού στο πλάι του κατάφερναν να επιτύχουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν έφευγαν από την ορχήστρα δε μπορούσαν να πετύχουν το ίδιο επίπεδο.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Francisco Fiorentino, Alberto Marino, Floreal Ruiz, Edmundo Rivero, Jorge Casal, Raúl Berón, Roberto Rufino, Ángel Cárdenas, Elba Berón, Tito Reyes, Nelly Vázquez και Roberto Goyeneche.

Τέλος, ήξερε να επιλέγει ένα εύστοχο ρεπερτόριο χωρίς απαραίτητα να υποτάσσεται στις προϋποθέσεις που έθεταν οι δισκογραφικές εταιρίες.

Ως συνθέτης έγραψε τη μουσική για διαχρονικά και αθάνατα tangos, milongas και vals μεταξύ των οποίων βρίσκονται και τα “Toda mi vida”, “Barrio de tango”, “Pa' que bailen los muchachos”, “Garúa”, “María”, “Sur”, “Romance de barrio”, “Che bandoneón”, “Discepolín”, “Responso”, “Patio mío”, “Una canción”, “La cantina”, “Desencuentro” και “La última curda”. Αξίζει να σημειωθεί ότι και η πλειοψηφία των μεταγραφών που έκανε σε έργα άλλων συνθετών κατάφεραν να γίνουν αριστουργήματα αναλλοίωτα στον χρόνο.

Συνήθιζε να παίζει με ελαφριά κλίση μπροστά, με τα μάτια κλειστά και με το χαρακτηριστικό πηγούνι του να κρέμεται.

Ο ίδιος είχε πει: «Λέγεται ότι συχνά συγκινούμαι και κλαίω ενώ παίζω. Ναι είναι αλήθεια, Αλλά ποτέ δεν κάνω τέτοια πράγματα για ασήμαντους λόγους…»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences