Ήταν κάποτε το 2005, ένα αθώο παιδί, ο Μάρκος, που ζούσε τη ζωή του σαν να είναι σε διαφήμιση σοκολάτας. Έρωτες, γκομενάκια, μησιγάδια τα βράδια, κολλητός, πλάκες, πατέρας στήριγμα, φουλ καλοσύνη...
Ήταν κάποτε το 2005, ένα αθώο παιδί, ο Μάρκος, που ζούσε τη ζωή του σαν να είναι σε διαφήμιση σοκολάτας.
Έρωτες, γκομενάκια, μησιγάδια τα βράδια, κολλητός, πλάκες, πατέρας στήριγμα, φουλ καλοσύνη ολούθε και γενικότερα ανέμελες εποχές χωρίς ίχνος από Wi Fi, Ι-phone, φατσομπούκια και φετίχες ονλυφατζούδες.
Μέχρι που πάνε ταξίδι στο Μαρόκο, γιατί πού αλλού να πας διακοπές όταν το σενάριο θέλει να σε στείλει στη φυλακή με φόντο άμμο και δραματική μουσική; Κάπου εκεί ο μπαμπάς του Μάρκου απειλεί τον κακό της σειράς, τον Λεωνίδα Κομνηνό (όνομα που αν δεν είσαι villain, είσαι συνήθως μακαρονάδα σε ιταλική tratoria) ο οποίος κάνει έγκλημα αλλά είναι πελούσιος, οπότε δεν τρέχει κάστανο.
Ο πατέρας του Μάρκου πάει να τον καταδώσει και κάπου εκεί αρχίζει το κλασικό ελληνικό σειριακό αξίωμα «θα σε βγάλω απ’ τη μέση» με χαμηλόφωνο acting και ηθικό βλέμμα τύπου "δεν σε φοβάμαι σέφτελε, γιατί είμαι σεναριακή συνείδηση". Τελικό αποτέλεσμα; Σέκος ο πατήρ, φυλάκα στην σαχάρα ο Μάρκος. Ο Μάρκος δηλαδή απ την μια στιγμή στην άλλη είδε τον πατέρα του να δολοφονείται και το σύμπαν να τον πετάει σε φυλακή του Μαρόκο.
Εδώ πλέον δεν μιλάμε για μια απλή σειρά, αλλά για κυμαινόμενο τιμολόγιο ρεύματος.
Ο ψυχισμός του Μάρκου πλέον ένα μείγμα από Ρασκόλνικοφ και αγανακτισμένο παίκτη του Survivor.
Νομίζει ότι είναι ο Έλληνας Batman, με κασκόλ αντί για κάπα και θα πετσοκόψει κώλους, μιλώντας αργά σαν να μεταφράζει κάθε πρόταση σε 7 γλώσσες πριν την πει.
Αποφυλακίζεται μετά από χρόνια, γυρίζει Ελλάδα, αλλάζει ταυτότητα και βγάζει πλάνο εκδίκησης.
Είναι ο μόνος που έμεινε 18 χρόνια στην μπουζού και αντί να πάει σε μια ρουσλάνα να ξεθυμάνει, βρήκε σχέδιο εκδίκησης, τσέκαρε Google Maps και έβγαλε νέα ταυτότητα. Ο Ντε Νίρο στο ακρωτήρι του φόβου ακόμα βλέπει και προσκυνάει.
Στόχος του: Να εκδικηθεί μεθοδικά, κομψά, χωρίς να ιδρώσει ποτέ και φορώντας παλτό σε κάθε θερμοκρασία.
Αρχικά την Έλλη (η κλασική γυναίκα που ερωτεύεται δύο άντρες ταυτόχρονα, ευαίσθητη, ηθική αλλά πάντα ξεχνάει τα red flags, καλή τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα και του λόγου της θα λεγε η γιαγιά Μαρκάτου). Την αγαπάει, την μισεί, την κοιτάει σε slow motion, την αφήνει να ζήσει.
Την φέρνει στα όρια του ψυχολογικού prime time δράματος.
Eν συνεχεία τον Αλέξη (πρόδωσε τον κολλητό του για την Έλλη και για την οικογένεια.
Μιλάμε για competitor level: σκληρός όσο ένας πατέρας που ρίχνει μπινελίκια στο γήπεδο μπροστά στα παιδιά του). Μετά οι άλλοι. Μέθοδος: Να μπει ξανά στη ζωή όλων, χωρίς κανείς να τον πάρει πρέφα λες και είναι τόσο ντούγανοι και δεν αναγνωρίζουν κάποιον αν άλλαξε το μούσι και το μικρό όνομα.
Άσχετα αν στην συγκεκριμένη σεναριάρα κάθε φορά που εμφανίζεται σε σκηνή, πάντα κάποιος ρωτάει «μα ποιος είναι αυτός;» και η κάμερα zoomάρει στο βλέμμα του.
Πέντε επεισόδια μετά ακόμα δεν έχουν καταλάβει.
Τον αγαπάμε παρόλα αυτά, γιατί είναι τόσο "σοβαρός" που μοιάζει να έχει καταπιεί το εθνικό θέατρο, γιατί μετατρέπει κάθε απλή σκηνή σε επική μάχη ανάμεσα στο "δεν θα μιλήσω" και στο "θα σου σκίσω τα κωλοβάρδουλα με το βλέμμα", γιατί έχει το πιο φορτωμένο backstory απ’ όλους και δεν το εκμεταλλεύεται για να πάρει ούτε ένα επιδόρπιο δωρεάν.
Είναι εν ολίγοις ο «Τιμωρός» που δεν μας άξιζε, αλλά είχε σασπένς, μυστήριο και κάτι από "Δυναστεία" με μαχαιριές made in Κολωνάκι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους