Ο Ντένις Χόπερ, μία από τις πιο born to be wild φιγούρες της κινηματογραφικής ιστορίας (και μάλλον του πλανήτη γενικότερα) ήρθε στον κόσμο μια μέρα σαν κι αυτή, στις 17 Μαΐου του 1936, και είναι...
Ο Ντένις Χόπερ, μία από τις πιο born to be wild φιγούρες της κινηματογραφικής ιστορίας (και μάλλον του πλανήτη γενικότερα) ήρθε στον κόσμο μια μέρα σαν κι αυτή, στις 17 Μαΐου του 1936, και είναι σχεδόν θαύμα ότι έμεινε μαζί μας για 74 ολόκληρα χρόνια αν αναλογιστεί κανείς ότι έδωσε νέο νόημα στο περιεχόμενο της λέξης «καταχρήσεις». Έχοντας πραγματοποιήσει τις πρώτες του εμφανίσεις στις δύο από τις τρεις ταινίες στις οποίες πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει ο Τζέιμς Ντιν, το Rebel Without a Cause (1955) του Νίκολας Ρέι και το Giant (1956) του Τζορτζ Στίβενς, ο Χόπερ απέκτησε πολύ γρήγορα τη φήμη του κακού παιδιού στους χολιγουντιανούς κύκλους.
Φυσικά, έκανε κι ο ίδιος ό,τι περνούσε από το χέρι του για να συμβεί αυτό, όπως μαρτυρά και το περιστατικό στα γυρίσματα της ταινίας From Hell to Texas (1958) του Χένρι Χάθαγουεϊ, όταν με τα καμώματά του ανάγκασε τον σκηνοθέτη να γυρίσει περίπου 80 φορές την ίδια σκηνή.
Μόλις κυκλοφόρησε η ταινία ο Χόπερ μπήκε ανεπισήμως σε μια άτυπη μαύρη λίστα, με αποτέλεσμα να θεωρείται ήδη ξοφλημένος.
Όλα αυτά μέχρι το 1965, όταν ο Τζον Γουέιν τού προσέφερε έναν μικρό ρόλο στην ταινία The Sons of Katie Elder (1965), στην οποία μαντέψτε ποιος ήταν σκηνοθέτης.
Ναι, σωστά υποθέσατε, ο Χένρι Χάθαγουεϊ και πάλι, ο οποίος αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην επιθυμία του Γουέιν και να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στον Χόπερ.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Χόπερ εμφανίζεται στο θρυλικό Cold Hand Luke (1967) του Στιούαρτ Ρόζενμπεργκ, ενώ το 1969 συμμετέχει στο γουέστερν True Grit, ενώνοντας και πάλι δυνάμεις με το δίδυμο Χάθαγουεϊ-Γουέιν, πραγματοποιώντας παράλληλα και το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, το οποίο έμελλε να περάσει στην αθανασία. Το Easy Rider (1969), για το οποίο βρέθηκε υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου, μια ταινία-σύμβολο για την αμερικανική counter culture, έμεινε με χρυσά γράμματα στην κινηματογραφική ιστορία όχι τόσο γιατί εξυμνεί την κουλτούρα της αμφισβήτησης, αλλά επειδή επισφραγίζει, με αδιανόητη μελαγχολία και γενναιότητα, το οδυνηρό ρέκβιεμ μιας ολόκληρης εποχής.
Σε αυτό το σημείο δεν πρέπει να λησμονήσουμε να αναφέρουμε πως ο Χόπερ, σε ολόκληρη τη δεκαετία του ‘60, έδωσε σπουδαία δείγματα γραφής και ως φωτογράφος.
To 1971 το κοινό και οι κριτικοί απογοητεύονται από το The Last Movie, τη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα (στην οποία, επίσης, πρωταγωνιστεί), περιμένοντας κάτι εξίσου σαρωτικό όπως το Easy Rider και προσπερνώντας κάπως απνευστί τις πολλές αρετές της ταινίας.
Προς το τέλος της δεκαετίας, κι ενώ η έξαλλη ζωή και ο αντισυμβατικός του χαρακτήρας έβαζαν φραγμούς και εμπόδια στην καριέρα του, ο Χόπερ έκαψε καρδιές ερμηνεύοντας μαγευτικά τον Τομ Ρίπλεϊ στο αλησμόνητο The American Friend (1977) του Βιμ Βέντερς, το οποίο βασίζεται στο μυθιστόρημα Ripley’s Game της Πατρίσια Χάισμιθ.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1979, υποδύθηκε έναν σαρδανάπαλο χαρακτήρα που έμοιαζε πάρα πολύ με τη χαώδη ζωή του εκείνη την περίοδο, στο Apocalypse Now του Φράνσις Φορντ Κόπολα (όπου πρόλαβε φυσικά να γίνει μπίλιες με τον Μάρλον Μπράντο) δίνοντας μια ξεχωριστή πινελιά σε ένα από τα σπουδαιότερα αριστουργήματα στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η δεκαετία του ‘80 ξεκίνησε με Out of the Blue, το τρίτο του σκηνοθετικό εγχείρημα, και συνεχίστηκε με δύο εξαιρετικές ερμηνείες σε δεύτερους ρόλους στο Rumblefish (1983) του Κόπολα και στο The Osterman Weekend (1983) του Σαμ Πέκινπα.
Το 1986 είδε το όνομά του να ξαναγίνεται κομμάτι της ποπ κουλτούρας, μέσα από τον απολαυστικό και αλησμόνητο ρόλο του Frank Booth στο Blue Velvet του Ντέιβιντ Λιντς, ενώ απέσπασε και οσκαρική υποψηφιότητα Β΄ Ανδρικού Ρόλου για μια εξαιρετική ερμηνεία στο Hoosiers του Ντέιβιντ Άνσπο.
Λίγο προτού εκπνεύσουν τα 80s σκηνοθέτησε το Colors, ένα πολύ αξιόλογο αστυνομικό θρίλερ, με τους Σον Πεν και Ρόμπερτ Ντιβάλ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Στα 90s τον είδαμε, μεταξύ άλλων, στο Super Mario Bros. (1993) ως King Koopa, στο νεό-νουάρ Red Rock West (1993) του Τζον Νταλ, στο True Romance (1993) του Τόνι Σκοτ, στο Speed του Γιαν ντε Μποντ και στο Waterworld (1995) του Κέβιν Ρέινολντς και πάλι σε ρόλο villain.
H διάσημη Αγγλίδα φωτογράφος Τζέιν Μπάουν ευθύνεται για την υπέροχη φωτογραφία του ποστ, την οποία τράβηξε το 1982 για λογαριασμό της αγγλικής εφημερίδας The Observer.
Στα σχόλια μπορείτε να βρείτε (και να διαβάσετε, ελπίζουμε) τις αναλυτικές κριτικές μας για τις ταινίες: 📽️Easy Rider (1969) και 📽️The American Friend (1977)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους