Στις 5 Οκτωβρίου 1986, ένα μεταγωγικό Fairchild C-123 Provider πετούσε χαμηλά πάνω από τη ζούγκλα της Νικαράγουας μεταφέροντας όπλα, πυρομαχικά και εφόδια για τους αντικομμουνιστές αντάρτες Κόντρας...
Στις 5 Οκτωβρίου 1986, ένα μεταγωγικό Fairchild C-123 Provider πετούσε χαμηλά πάνω από τη ζούγκλα της Νικαράγουας μεταφέροντας όπλα, πυρομαχικά και εφόδια για τους αντικομμουνιστές αντάρτες Κόντρας που πολεμούσαν την κυβέρνηση των Σαντινίστας.
Το αεροσκάφος συμμετείχε σε ένα γκρίζο δίκτυο αερομεταφορών που χρησιμοποιούσε ιδιωτικά πληρώματα, πρώην στρατιωτικούς, εταιρείες βιτρίνες και ανεπίσημη κρατική υποστήριξη.
Αυτό ήταν το μοντέλο πολλών αμερικανικών μυστικών επιχειρήσεων του Ψυχρού Πολέμου.
Επίσημα δεν υπήρχε εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, πρακτικά όμως υπήρχε ολόκληρος μηχανισμός υποστήριξης. Το C-123 εντοπίστηκε από δυνάμεις των Σαντινίστας και χτυπήθηκε από αντιαεροπορικά πυρά σοβιετικής προέλευσης, πιθανότατα από SA-7 ή βαρύ πολυβόλο DShK.
Το αεροσκάφος έχασε ύψος και συνετρίβη κοντά στο San Carlos μέσα στη ζούγκλα.
Δύο μέλη του πληρώματος, ο Wallace Sawyer και ο William Cooper, σκοτώθηκαν.
Ο μόνος που επέζησε ήταν ο Eugene Hasenfus, πρώην πεζοναύτης των ΗΠΑ και βετεράνος του Βιετνάμ. Ο Hasenfus δεν ήταν κάποιος μυστηριώδης υπερκατάσκοπος ούτε κλασικός “στρατιώτης της τύχης” της αφρικανικής σχολής του 1960.
Ήταν όμως ακριβώς το είδος ανθρώπου που χρησιμοποιούσαν τέτοιες επιχειρήσεις.
Είχε στρατιωτική εμπειρία, γνώριζε αερομεταφορές και logistics, μπορούσε να λειτουργήσει σε εμπόλεμη ζώνη και δεν είχε υψηλό δημόσιο προφίλ.
Άνδρες σαν αυτόν αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά πολλών παρακρατικών επιχειρήσεων της δεκαετίας του 1980.
Λίγο πριν τη συντριβή κατάφερε να πηδήξει με αλεξίπτωτο μέσα στη ζούγκλα.
Συνελήφθη σχετικά γρήγορα από στρατιώτες των Σαντινίστας έχοντας μαζί του εξοπλισμό, έγγραφα και χάρτες που συνέδεαν άμεσα την επιχείρηση με τα δίκτυα ανεφοδιασμού των Κόντρας.
Αυτό ήταν το σημείο όπου η αποστολή κατέρρευσε πολιτικά.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή η κυβέρνηση Reagan υποστήριζε δημόσια ότι δεν υπήρχε άμεση αμερικανική εμπλοκή στις επιχειρήσεις ανεφοδιασμού των ανταρτών. Ο Hasenfus όμως εμφανίστηκε ζωντανός μπροστά στις κάμερες και κατέστρεψε το αφήγημα της “μη εμπλοκής”. Στις ανακρίσεις και στις δημόσιες δηλώσεις του μίλησε για πτήσεις ανεφοδιασμού, βάσεις στην Κεντρική Αμερική, ιδιωτικά αεροπορικά δίκτυα, πρώην στελέχη της CIA και επιχειρήσεις που λειτουργούσαν με ανεπίσημη κρατική κάλυψη.
Η κατάρριψη αυτού του αεροσκάφους αποτέλεσε μία από τις βασικές αφετηρίες του σκανδάλου Iran–Contra.
Σταδιακά αποκαλύφθηκε ότι κύκλοι της αμερικανικής εθνικής ασφαλείας χρηματοδοτούσαν μυστικά τους Κόντρας παρά τις απαγορεύσεις του Κογκρέσου μέσω των Boland Amendments.
Παράλληλα αποκαλύφθηκε ότι χρήματα από μυστικές συμφωνίες πώλησης όπλων στο Ιράν διοχετεύονταν στις επιχειρήσεις αυτές.
Από στρατιωτικής πλευράς, η υπόθεση Hasenfus είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των λεγόμενων “shadow wars” του ύστερου Ψυχρού Πολέμου.
Οι επιχειρήσεις αυτές βασίζονταν σε ιδιωτικά πληρώματα, αερογέφυρες χαμηλής δημοσιότητας, ρίψεις εφοδίων σε περιοχές ζούγκλας, εταιρείες βιτρίνες και δίκτυα που κινούνταν ανάμεσα σε κρατική και ιδιωτική δράση.
Το ίδιο το C-123 ήταν τυπικό παράδειγμα “grey aviation”, δηλαδή αεροσκάφους που επιχειρούσε σε γκρίζα ζώνη μεταξύ επίσημης κρατικής αποστολής και ιδιωτικής παραστρατιωτικής δραστηριότητας.
Το μοντέλο αυτό είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε Λάος και Βιετνάμ από την εποχή της Air America. Ο Hasenfus καταδικάστηκε αρχικά από το καθεστώς των Σαντινίστας για τρομοκρατία και παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της Νικαράγουας.
Τελικά όμως απελευθερώθηκε μετά από πολιτικές διαπραγματεύσεις και επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σήμερα η υπόθεση θεωρείται μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές αποκάλυψης του αθέατου μηχανισμού του Ψυχρού Πολέμου.
Ένας μόνο επιζών από μια αποτυχημένη αποστολή ανεφοδιασμού κατάφερε να εκθέσει δημόσια ένα δίκτυο που ένωνε μυστικές υπηρεσίες, ιδιώτες εργολάβους, αερομεταφορές, γεωπολιτικό ανταγωνισμό και πολέμους μέσω αντιπροσώπων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους