[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

1957, Ηράκλειο. Πλατεία κάπου κοντά στην αγορά. Ο Μάης είχε μπει για τα καλά. Το μεσημέρι μύριζε ήδη καλοκαίρι. Η μουριά είχε βγάλει φύλλα και έκανε ίσκιο πάνω απ’ το καλντερίμι. Κάτω απ’ τα κλαδιά...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

1957, Ηράκλειο. Πλατεία κάπου κοντά στην αγορά. Ο Μάης είχε μπει για τα καλά.

Το μεσημέρι μύριζε ήδη καλοκαίρι.

Η μουριά είχε βγάλει φύλλα και έκανε ίσκιο πάνω απ’ το καλντερίμι.

Κάτω απ’ τα κλαδιά της, το καρότσι του κουλουρτζή άστραφτε.

Το αγόρι κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά του σπιτιού.

Ξυπόλητο με κάτι παντοφλάκια φθαρμένα, το σορτσάκι κοντό, το πουκάμισο του πατέρα του που του έπεφτε μεγάλο.

Στην τσέπη, ένα δίφραγκο ζεστό απ’ το χέρι.

Το χαρτζιλίκι της εβδομάδας.

Η μάνα του είπε: «Πάρε ψωμί απ’ τον φούρνο». Μα η μυρωδιά απ’ το καρότσι τον τράβηξε αλλιώς.

Ο κουλουρτζής είχε έρθει απ’ τα χαράματα.

Είχε στήσει το γυάλινο καρότσι του κάτω απ’ την τέντα με τις ρίγες.

Κατάλευκο σακάκι, καπελάκι ναυτικό, μουστάκι περιποιημένο.

Μέσα, τα κουλούρια στη σειρά.

Χρυσά, πασπαλισμένα με σουσάμι.

Στο κάτω ράφι, λουκούμια τυλιγμένα σε ζάχαρη άχνη, κόκκινα και κίτρινα σαν μικρά καλοκαίρια. «Θείο, πόσο το κουλούρι;» «Μια δραχμή, λεβέντη μου.» Το αγόρι έβγαλε το δίφραγκο.

Το κοίταξε.

Με το ένα έπαιρνε κουλούρι.

Με το άλλο... Πίσω, στο μαγαζί με την ταμπέλα «Του Μίνωος τα Καλούδια», ο μπακάλης είχε βγάλει τα πρώτα κεράσια.

Ξινά ακόμα.

Μα του Μαΐου.

Ο κουλουρτζής χαμογέλασε. Κατάλαβε.

Έσκυψε, διάλεξε το πιο ροδοψημένο κουλούρι απ’ τη στοίβα.

Του το έδωσε ζεστό. «Και με τα ρέστα, πάρε ένα λουκούμι για τη μάνα σου.

Να γλυκαθεί.» Το αγόρι δάγκωσε το κουλούρι.

Τραγανό απ’ έξω, αφράτο από μέσα.

Το σουσάμι έπεφτε στο χώμα.

Πίσω του, η πλατεία ζούσε.

Η γυναίκα με τη ροζ ποδιά σκουπιζε τα σκαλιά του μαγαζιού.

Ο μπακάλης με την άσπρη ποδιά του μιλούσε με δυο κυρίους με καπέλα.

Πιο πέρα, μια παρέα έπινε καφέ κάτω απ’ την τέντα.

Το ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά.

Κανείς δεν βιαζόταν.

Ακόμα και το δίφραγκο είχε αξία.

Έπαιρνες κουλούρι, έπαιρνες και γλύκα για το σπίτι.

Το αγόρι έφυγε τρέχοντας, με το λουκούμι στο χέρι τυλιγμένο σε λαδόκολλα.

Θα έλεγε στη μάνα του πως το ψωμί τελείωσε στον φούρνο.

Εκείνη θα έκανε πως τον πίστευε.

Γιατί ο Μάης συγχωρούσε τα μικρά ψέματα.

Ειδικά όταν μύριζαν σουσάμι και ζάχαρη άχνη. Ηράκλειο, Μάιος 1957.

Μια δραχμή το κουλούρι.

Μια δραχμή το λουκούμι. Η μυρωδιά απ’ τη μουριά, δωρεάν και η γεύση της πρώτης ελευθερίας του καλοκαιριού... ανεκτίμητη.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences