Νομίζω, είχα αναφερθεί πρόσφατα στην κομβική σημασία του Αθλητικού Διευθυντή – με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο κατανοεί πραγματικά το ποδόσφαιρο. Για να γίνω...
Νομίζω, είχα αναφερθεί πρόσφατα στην κομβική σημασία του Αθλητικού Διευθυντή – με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο κατανοεί πραγματικά το ποδόσφαιρο.
Για να γίνω πιο σαφής, θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα του Λουίς Κάμπος, ενός από τους κορυφαίους στο είδος του παγκοσμίως.
Προτού, όμως, ξετυλίξουμε την ιστορία του, ας κάνουμε μια απαραίτητη παρένθεση για τα δικά μας δεδομένα στην Ελλάδα.
Όσο ο εκάστοτε πρόεδρος της ομάδας ή κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου επιλέγει να λειτουργεί ως "γενικός δερβέναγας" του ποδοσφαιρικού τμήματος, οποιαδήποτε διοικητική ιεραρχία πάει περίπατο. Ο Αθλητικός Διευθυντής καταντάει απλώς μια διακοσμητική φιγούρα, νιώθοντας απόλυτα "δεμένος" χειροπόδαρα.
Επιστρέφοντας στον Λουίς Κάμπος: Ξεκίνησε την πορεία του όπως κάθε παιδί, παίζοντας μπάλα στις αλάνες.
Ωστόσο, δύο σοβαροί τραυματισμοί στο πόδι έβαλαν πρόωρο τέλος στην καριέρα του ως ποδοσφαιριστή.
Αυτή η αναποδιά τον ώθησε να στραφεί στην ακαδημαϊκή μελέτη του αθλήματος, σπουδάζοντας την επιστήμη της προπονητικής στο Πανεπιστήμιο του Πόρτο.
Εκεί εμβάθυνε στις μεθοδολογίες προπόνησης, στην εργοφυσιολογία και στην ανάλυση απόδοσης – εφόδια που αποτέλεσαν τον επιστημονικό θεμέλιο λίθο για την επαγγελματική του πορεία.
Στη διάρκεια της καριέρας του, ο Κάμπος υπηρέτησε το άθλημα από διάφορα μετερίζια: ως βοηθός προπονητή, πρώτος προπονητής, σκαουτερ ταλέντων, αναλυτής και αθλητικός σύμβουλος.
Αυτή η ποικιλομορφία ρόλων αποδείχθηκε το πολυτιμότερο εργαλείο του ως Αθλητικού Διευθυντή, καθώς κάθε πόστο τού προσέφερε μια διαφορετική οπτική γωνία: - Ο προπονητής εστιάζει στην τακτική προσέγγιση και τη διαχείριση του έμψυχου δυναμικού. - Ο σκαουτερ επικεντρώνεται στην αξιολόγηση και την επιλογή των κατάλληλων παικτών. - Η διοίκηση μεριμνά για το μακρόπνοο σχέδιο, τον προϋπολογισμό και τη σταθερότητα του συλλόγου. - Ο αναλυτής "ακτινογραφεί" τον εκάστοτε αντίπαλο και παρακολουθεί τις προπονήσεις.
Συνδυάζοντας όλες αυτές τις εμπειρίες, απέκτησε μια απόλυτα σφαιρική και ολοκληρωμένη αντίληψη του παιχνιδιού.
Σημείο καμπής στην καριέρα του αποτέλεσε η συνεργασία του με τον Μουρίνιο στη Ρεάλ.
Εκεί, η βασική του αρμοδιότητα ήταν η ανάλυση των αντιπάλων, η παρακολούθηση παικτών και ο εντοπισμός πιθανών μεταγραφικών στόχων.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία, τα δεδομένα και τα βίντεο δεν προσφέρονταν σε αφθονία όπως σήμερα, ο Κάμπος αναγκαζόταν να ταξιδεύει διαρκώς για να παρακολουθεί ομάδες και παίκτες διά ζώσης.
Εκείνα ακριβώς τα χρόνια σφυρηλάτησαν την τεράστια εξειδίκευσή του στην ανεύρεση ταλέντων.
Μέσα από αυτό το απόσταγμα εμπειριών, κατέληξε στη βασική του θεωρία, τη σπουδαιότερη ιδέα που συνέλαβε ως Αθλητικός Διευθυντής: «Η ομάδα είναι ένα ψηφιδωτό 22 έως 24 παικτών». Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Πως το χτίσιμο ενός ρόστερ δεν προϋποθέτει τη σώρευση των καλύτερων μονάδων, αλλά την επιλογή παικτών που αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά.
Για παράδειγμα, μπορείς να διαθέτεις τρεις αστέρες στην ίδια ακριβώς θέση, αλλά να σου λείπει εκείνος ο εργάτης που θα προσφέρει τακτική ισορροπία.
Το αποτέλεσμα θα είναι ένα εντελώς ανισόρροπο σύνολο.
Επομένως, το θεμελιώδες ερώτημα για τον Λουίς Κάμπος δεν είναι «ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης;», αλλά «ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης για τη δική μου ομάδα;». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος: «Το ποδόσφαιρο είναι, πάνω απ' όλα, ένα ομαδικό άθλημα.
Δεν είναι ατομικό σπορ.
Μια ομάδα θριαμβεύει όταν οι ρόλοι αλληλοεπιδρούν αρμονικά, οι χαρακτήρες ταιριάζουν και τα κομμάτια εξυπηρετούν το ένα το άλλο.
Γι' αυτό ακριβώς, η δημιουργία ενός ρόστερ μοιάζει με τη συναρμολόγηση ενός ψηφιδωτού». Συμπερασματικά, είναι ζωτικής σημασίας ο Αθλητικός Διευθυντής να είναι ένας άνθρωπος με βαθιά, ουσιαστική κατανόηση όλων των πτυχών του αθλήματος – όχι κάποιος που λειτουργεί με "αρπαχτές" και "κουτοπονηριές". Πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να αξιολογεί την ομάδα, να εκπονεί ένα μακροπρόθεσμο όραμα και να διασφαλίζει ότι προπονητής και ρόστερ ταιριάζουν απόλυτα, ώστε να έρθει η επιτυχία. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, πορευόμαστε ακόμα με τη νοοτροπία του "βλέποντας και κάνοντας". Ξυπνάμε το πρωί και αποφασίζουμε με βάση τη διάθεση της στιγμής.
Απουσιάζουν πλήρως τα ορθολογικά κριτήρια και οι στρατηγικές αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη.
Για να υπάρξει αληθινή πρόοδος, πρέπει επιτέλους να αποβάλουμε το σύνδρομο της έπαρσης.
Πρέπει να σταματήσουμε να αναρωτιόμαστε υποτιμητικά «τι παραπάνω ξέρει ένας ξένος από εμάς;» και να προσπαθήσουμε να διδαχτούμε με ταπεινότητα.
Δεν νοείται, όταν έρχονται οι νίκες, να βαυκαλιζόμαστε ότι έχουμε υπερ-διοίκηση που παρέχει "του πουλιού το γάλα", και όταν έρχονται οι ήττες, να ρίχνουμε το φταίξιμο στον προπονητή, θεωρώντας πως δεν εκτιμά όσα του προσφέρθηκαν.
Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε τις απλοϊκές γενικεύσεις του τύπου: «Πήραμε έναν ξένο, δεν απέδωσε, άρα όλοι οι ξένοι είναι άχρηστοι». Ή, «φέραμε Ισπανό προπονητή, δεν μας βγήκε, άρα τέλος οι Ισπανοί». Έχει αναρωτηθεί ποτέ κανείς αν, πολύ απλά, το λάθος βαραίνει εμάς που δεν ξέραμε να επιλέξουμε τον κατάλληλο επαγγελματία; Φυσικά και όχι. Για όλα, πάντα, φταίνε οι άλλοι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους