Σχοινοβάτες του Μιχάλη Χαιρετάκη Υπάρχει μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων στον δημόσιο λόγο που δεν λέει πάντα αυτό που πιστεύει. Λέει αυτό που πρέπει να ακουστεί. Όχι απαραίτητα από κακία. Όχι πάντα...
Σχοινοβάτες του Μιχάλη Χαιρετάκη Υπάρχει μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων στον δημόσιο λόγο που δεν λέει πάντα αυτό που πιστεύει.
Λέει αυτό που πρέπει να ακουστεί.
Όχι απαραίτητα από κακία.
Όχι πάντα από δουλοπρέπεια.
Και όχι, δεν μιλάμε για όλους τους καλλιτέχνες, όλους τους δημοσιογράφους, όλους τους ηθοποιούς, όλους τους παραγωγούς ή όλους όσους ζουν μέσα από τη δημοσιότητα.
Υπάρχουν άνθρωποι έντιμοι, καθαροί, ανεξάρτητοι, που πληρώνουν κόστος γι’ αυτό.
Μιλάμε για εκείνους που ξέρουν πολύ καλά ότι η καριέρα τους δεν περπατάει σε δρόμο.
Περπατάει σε τεντωμένο σχοινί.
Και το σχοινί αυτό δεν συγχωρεί.
Ένα λάθος βλέμμα, μια λάθος φράση, μια λάθος σιωπή, μια λάθος ανάρτηση, μια λάθος απόσταση από τη «σωστή» άποψη, και ξαφνικά αρχίζουν τα δύσκολα.
Δεν σε κόβουν πάντα επίσημα.
Δεν σου λένε πάντα «τελείωσες». Απλώς σταματούν να σε θυμούνται.
Δεν σε καλούν.
Δεν σε προτείνουν.
Δεν σε παίζουν.
Δεν σε βάζουν στο πάνελ, στη σκηνή, στο φεστιβάλ, στην παραγωγή, στην εκπομπή, στη λίστα.
Και κάπως έτσι, χωρίς θόρυβο, μαθαίνεις ότι η ελευθερία γνώμης υπάρχει αλλά δεν έχουν όλοι την ίδια οικονομική δυνατότητα να την ασκήσουν.
Γι’ αυτό και πολλοί γίνονται σχοινοβάτες.
Δεν γλείφουν ακριβώς.
Η λέξη είναι φτηνή και ίσως άδικη. Επιβιώνουν. Προσαρμόζονται.
Μυρίζουν τον αέρα πριν μιλήσουν.
Κοιτάζουν προς τα πού φυσάει η εποχή, ποια λέξη έγινε αποδεκτή, ποια λέξη έγινε επικίνδυνη, ποια αγανάκτηση επιτρέπεται και ποια αγανάκτηση θεωρείται προβληματική.
Δεν χρειάζεται να τους δώσει κανείς γραμμή με χαρτί και υπογραφή.
Η γραμμή υπάρχει ήδη στον αέρα.
Τη νιώθεις.
Τη βλέπεις στα βλέμματα, στις προσκλήσεις, στις καριέρες που ανεβαίνουν, στις καριέρες που εξαφανίζονται.
Και τότε αρχίζει το θέατρο της «σωστής άποψης». Δεν χρειάζεται να στο δείξουν, το βλέπεις καθαρά.
Όλοι, ξαφνικά, συντονίζονται σε συγκεκριμένα μόνο θέματα και συγκινούνται με τον ίδιο τρόπο.
Θυμώνουν με τον ίδιο τρόπο.
Σοκάρονται με τον ίδιο τρόπο.
Χειροκροτούν τα ίδια πράγματα, αποδοκιμάζουν τα ίδια πράγματα, χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις, την ίδια ηθική πόζα, την ίδια έτοιμη αγανάκτηση.
Και κάποιες φορές μας κάνουν και μαθήματα συμπεριφοράς, ότι όποιος δεν ακολουθήσει τον ρυθμό, δεν είναι απλώς διαφωνών.
Είναι ύποπτος. Καθυστερημένος. Τοξικός. Ακραίος. Αμόρφωτος. Επικίνδυνος.
Το ενδιαφέρον όμως είναι άλλο: ποιος βαράει το ταμπούρλο; Ποιος δίνει κάθε φορά τον ρυθμό της «σωστής» άποψης; Ποιος αποφασίζει ποια ευαισθησία είναι ευγενής και ποια είναι λαϊκισμός; Ποια οργή είναι δημοκρατική και ποια είναι μίσος; Ποια εικόνα πρέπει να μας αρέσει, ποια πρέπει να μας συγκινεί, ποια πρέπει να μας κάνει περήφανους και ποια απαγορεύεται σχεδόν να μας ενοχλήσει; Κανείς δεν ξέρει.
Έτσι λέμε τουλάχιστον.
Γιατί στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται πάντα να ξέρεις το όνομα του τυμπανιστή για να ακούς το τύμπανο.
Αρκεί να βλέπεις ποιοι χορεύουν πρώτοι.
Ποιοι συγχρονίζονται αμέσως.
Ποιοι αλλάζουν ύφος με την ταχύτητα που αλλάζει η επίσημη ατμόσφαιρα.
Ποιοι πουλούσαν χθες επανάσταση και σήμερα πουλάνε ευπρέπεια.
Ποιοι ήταν κάποτε αντισυστημικοί, μέχρι που το σύστημα τους άνοιξε μια πόρτα και τους έβαλε μέσα , όχι στο σαλόνι, έστω στον προθάλαμο.
Αλλά αρκετά μέσα για να φοβούνται πια το έξω.
Οι σχοινοβάτες δεν είναι πάντα εχθροί.
Μερικές φορές είναι απλώς φοβισμένοι άνθρωποι με λογαριασμούς, καριέρες, δάνεια, προσδοκίες, ματαιοδοξίες, δημόσια εικόνα και πολλά να χάσουν.
Αυτό δεν τους αθωώνει πλήρως.
Αλλά εξηγεί γιατί τόσοι πολλοί μοιάζουν να μιλούν με ξένη φωνή.
Γιατί η φωνή τους δεν βγαίνει από το στήθος.
Βγαίνει από το ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν σχοινοβάτες.
Πάντα υπήρχαν.
Το πρόβλημα είναι όταν οι σχοινοβάτες αρχίζουν να μας κάνουν μαθήματα θάρρους.
Όταν άνθρωποι που περπατούν καθημερινά πάνω στο σχοινί της αποδοχής μάς κουνάνε το δάχτυλο για το τι πρέπει να σκεφτούμε, τι πρέπει να νιώσουμε, τι πρέπει να χειροκροτήσουμε και τι πρέπει να καταπιούμε αμάσητο. Εκεί τελειώνει η τέχνη, η δημοσιογραφία, η άποψη, η ευαισθησία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους