ΙΟΥΛΙΟΣ 2007, Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ Από παιδί ακόμη, στην κούνια, στο σπίτι των παππούδων μου, στο Ευρύπεδον Κυργίων Δράμας, άκουγα για τις αλησμόνητες Πατρίδες του Πόντου...
ΙΟΥΛΙΟΣ 2007, Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ Από παιδί ακόμη, στην κούνια, στο σπίτι των παππούδων μου, στο Ευρύπεδον Κυργίων Δράμας, άκουγα για τις αλησμόνητες Πατρίδες του Πόντου.
Για τα βάσανα που πέρασαν.
Για τους φόνους, τις κρεμάλες στην Πλατεία Ρολογιού της Σαμψούντας.
Για τη ζωή στα χωριά της περιφέρειας, το Ακτουβάν, χωριό του παππού μου και την Όξε, πατρίδα της γιαγιάς μου.
Όταν μεγαλώνοντας άρχισα να γυρίζω στους δρόμους του χωριού, κάθε σπίτι είχε μια παρόμοια τραγωδία να αφηγηθεί.
Έτσι, η Πατρίδα αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στη μνήμη και στην ψυχή μου.
Το 2007, σε ηλικία 42 ετών, ακολουθώντας τη φωνή της ψυχής μου, αποφάσισα να πάρω ανάποδα τον δρόμο της προσφυγιάς και να επιστρέψω στην αρχέγονη κοιτίδα, στον ομφαλό των γονιδίων μου.
Πάντα ένιωθα πως ο δρόμος της προσφυγιάς ήταν ατελείωτος, χαμένος βαθιά στην Ανατολία.
Ξεκίνησα ένα πρωινό του Ιουλίου από το χωριό μου με το Ι.Χ. και ακολούθησα προς τα πίσω τα βήματά τους.
Νόμιζα πως η στράτα ήταν αχανής και πως θα χρειαζόμουν δυο μέρες για να φτάσω, με μια διανυκτέρευση κάπου στα μισά της διαδρομής.
Ξαφνικά, όμως, συνειδητοποίησα πως η Δράμα δεν απείχε τόσο πολύ από την Πατρίδα.
Θα μπορούσα να φτάσω ακόμη και τα μεσάνυχτα.
Συνέχισα χωρίς διακοπή, γεμάτος ανυπομονησία να αντικρίσω όσο πιο γρήγορα γινόταν την Πατρίδα της ψυχής μου. 1300 χιλιόμετρα πόνου και οδύνης.
Μπήκα στη Σαμψούντα κατά τα μεσάνυχτα.
Κατάκοπος… κι όμως μαγεμένος από την εικόνα της.
Μέσα μου άκουγα την ψυχή να σιγοψιθυρίζει: «Επέστρεψα στην Πατρίδα των παππούδων μου και απάντων των προγόνων, αμήν…»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους