Στο σχολείο με τραβούσαν συνέχεια σε κάτι διαγωνισμούς. Μια μέρα με έστειλαν στον διαγωνισμό χημείας. Το εξέλαβα σαν αναγνώριση των πνευματικών μου ικανοτήτων. Μόλις το έμαθε η μαμά μου, η οποία...
Στο σχολείο με τραβούσαν συνέχεια σε κάτι διαγωνισμούς. Μια μέρα με έστειλαν στον διαγωνισμό χημείας.
Το εξέλαβα σαν αναγνώριση των πνευματικών μου ικανοτήτων.
Μόλις το έμαθε η μαμά μου, η οποία είναι χημικός και πριν γνωρίσει τον μπαμπά μου είχε παλιά αριστοκρατική καταγωγή, φέρθηκε λες και ήταν απόγονος μαγείρισσας.
Συνήθως γελάει συγκρατημένα όπως μια ηρωίδα του Παπαδιαμάντη.
Αυτή τη φορά όμως, της χύθηκε το τσάι και ξέσπασε στα γέλια.
Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που είδα τη μαμά μου να ξεσπά σε τέτοιο γέλιο.
Μετά με έστειλαν στον διαγωνισμό φυσικής του Δήμου.
Και μετά ξανά και ξανά.
Εκεί άρχισα να υποψιάζομαι ότι η διοίκηση του σχολείου απλά με ξεφορτώνεται για να αφήσει στους άλλους μαθητές χώρο να προχωρήσουν.
Στον διαγωνισμό βιολογίας πήγα με παρέα.
Μου έβαλαν συνοδοιπόρο τον Τόλη Κρίκο.
Κι αυτός ήταν καλός στη βιολογία.
Έβλεπε ελάφι και χελώνα και τα ξεχώριζε από χιλιόμετρο, όπως εγώ.
Όταν μάθανε ποιοι θα εκπροσωπήσουν το σχολείο στη βιολογία, η καθηγήτρια σχεδόν απήργησε από το σοκ. «Ναι, αλλά έτσι θα λείπουν όλη μέρα από το σχολείο», την έπεισαν η διευθύντρια και η υποδιευθύντρια.
Μας έβαλαν με τον Τόλη σε μια τεράστια αίθουσα, μαζί με εξήντα άγνωστους άλλους βιολόγους.
Μας έδωσαν από ένα μεγάλο φύλλο χαρτί.
Την ώρα εκείνη κάποια κυρία από το βήμα έβγαζε ένα εμπνευσμένο λόγο.
Φορούσε μία γυάλινη καρφίτσα στο μέγεθος χούφτας.
Ο λόγος της εντυπωσιακός: δεν είμαστε εδώ τυχαία, μπροστά μας το μέλλον.
Οπότε, αν τώρα κάνουμε φασαρία ή αντιγράφουμε, μια ζωή θα μεταφέρουμε κιβώτια στο λιμάνι.
Αν και, όπως είπε, και αυτό είναι τίμιο, δεν έχει τίποτα εναντίον.
Κοίταξα γύρω μου και ακούμπησα ελαφρά τον ώμο του κοριτσιού δεξιά μου.
Κοκκίνισε και χαμήλωσε τις βαμμένες της βλεφαρίδες.
Ξαφνικά όλοι άρχισαν να γράφουν απεγνωσμένα.
Αυτό ταράκουνα τον Τόλη: – Δεν κατάλαβα, τι πρέπει να κάνουμε; Μέχρι τελευταία στιγμή ήλπιζε ότι θα μας κερνούσαν πορτοκαλάδα.
Διαβάζοντας το χαρτί κατάλαβα πως έλειπαν οι απαντήσεις σε συγκεκριμένα σημεία.
Με ενημέρωσα λοιπόν τον βιολόγο Τόλη.
Η κυρία με την τεράστια καρφίτσα μου είπε να ηρεμήσω. – Πού να βρούμε τις απαντήσεις; – ρώτησε ο Τόλης.
Η κυρία ενδιαφέρθηκε εσκεμμένα, από ποιο σχολείο είμαστε οι δύο τόσο πρόθυμοι ερευνητές.
Η ιστορία με τα κέντρα προστασίας ανηλίκων δεν την τρόμαζε, της το είπα λοιπόν: «Από το 172ο είμαστε». Το σημείωσε και στα δικά μας και στα δικά της χαρτιά. – Μα είμαστε από το 175ο! – πετάχτηκε ο Τόλης. – Σκάσε, χαζέ, – του είπα. Ο Τόλης με κλώτσησε αλλά πέτυχε το θρανίο του κοριτσιού μπροστά μου.
Εκείνη γύρισε το κεφάλι σαν κουκουβάγια.
Διαπίστωσε ότι δεν είμαστε επικίνδυνοι και ζήτησε να μην το ξανακάνουμε.
Της έμειναν οι φακίδες της στη μνήμη μου. – Τι θες; – πέταξε ο Τόλης. – Κάτσε φρόνιμα.
Η κυρία έκανε στο κορίτσι αυστηρή παρατήρηση.
Το κορίτσι ξέσπασε σε κλάματα.
Η κυρία, με μια ζεστή μητρική διάθεση, της είπε να βασιστεί στον εαυτό της και θα τα καταφέρει.
Κι όντως, οι καθηγητές τότε ήξεραν να πείθουν: το κορίτσι σκούπισε τα μάτια και τα βρήκε όλα εύκολα μπροστά της.
Βρέθηκα σε αδιέξοδο.
Να θυμάμαι τα χρόνια του Κάρολου Λινναίου ή να παρατηρώ τις βλεφαρίδες της κοπέλας; Και τα δύο μαζί δεν γινόταν – είτε ο Λινναίος θα είχε βαμμένες βλεφαρίδες, είτε τίποτα.
Τελικά μια χαωτική εικόνα. – Πόσα είδη ψαριών υπάρχουν στον Έβρο; – ρώτησε ο Τόλης. – Εννιακόσια δώδεκα, – του είπα. – Σίγουρα; – Αυτά δεν είναι για αστεία.
Έγραψα για τον Λινναίο μια απάντηση που θύμιζε ποίηση της Κικής Δημουλά – σωστή, αν δεν φαινόταν υπερβολικά «ψαγμένη». «Πάμε σινεμά;» – έγραψα σε ένα χαρτάκι και το πέταξα στο κορίτσι με τις βλεφαρίδες.
Η απάντηση ήρθε μετά από ένα λεπτό. «Έχω ήδη σχέση», διαβασμένο και καλογραμμένο.
Με εντυπωσιάζει πάντα αυτή η αδυναμία των γυναικών να πουν ένα καθαρό "ναι". Δεν είχα σκοπό να «χαλάσω» τη σχέση της, απλά πρότεινα μία ακόμη φιλία.
Είχα ήδη κοινές παρέες με δύο κορίτσια και πηγαίναμε σινεμά χωρίς προβλήματα – μόνο που ο μπαμπάς μου έπρεπε να μου δίνει δεκάρικα ευρώ συχνά. «Είναι καλύτερος από μένα;» – ξαναέστειλα. «Ναι», μου έγραψε. «Και τότε γιατί δεν είναι αυτός στην Ολυμπιάδα;» Την προβλημάτισα.
Το κατάλαβα. – Μπερδεύτηκες με το Αιγαίο και τον Έβρο; – πλησίασε και μου ψιθύρισε η κυρία με την καρφίτσα, κάνοντας τρίτη βόλτα κοντά στον Τόλη.
Έψαχνε για σκονάκια, μάταια όμως – για να κάνεις σκονάκι, πρέπει να ξέρεις το αντικείμενο.
Σε εμάς τίποτα. Ο Τόλης έμοιαζε με πιτσιρικά που κάτι του λείπει ιατρικά, αλλά αυτό ήταν το φυσιολογικό του ύφος.
Η κυρία δεν το ήξερε αυτό. – Ποιο Αιγαίο; Τι θέλει; – μουρμούρισε, ενοχλώντας με από τις «μυστικές διασυνδέσεις» μου. – Εδώ δεν έχει τίποτα σχετικό με θάλασσες. «Ποιος είναι ποιος με τον Βελλινέκη;» – έγραψα και της έστειλα. «Όχι!», μου ήρθε πίσω ένα χαρτί με μία φατσούλα που γελάει και κάτι κοτσιδάκια και αυτιά.
Τι το ήθελε; Τα αυτιά με ενθουσίασαν πιο πολύ από τις βλεφαρίδες.
Τα σημερινά emoji δεν έχουν αυτή την ξεχωριστή γοητεία.
Είχα αρχίσει να σκέφτομαι σοβαρά, ώσπου με πλησίασε ο συνάδελφος βιολόγος. – Μια ερώτηση έχω, – είπε σοβαρά. – Τι διαμόρφωση έχουν οι τρίχες της σκίουρου; Είναι ο σκίουρος η απάντηση; Καμιά Τασούλα τα 'γραψε αυτά.
Οι σκίουροι δεν έχουν κόκκινα μαλλιά; Του είπα ναι κι ότι το χειμώνα γκριζάρουν. Ο Τόλης το έγραψε αυτούσιο: «Κόκκινο.
Το χειμώνα γκρι». Προσαρμοζόταν πολύ εύκολα ο Τόλης.
Το κορίτσι με τις φακίδες μού ψιθύρισε: «Άλφα-έλικα». – Πού; – γύρισα. – Η διαμόρφωση της πρωτεΐνης είναι άλφα-έλικα, – μου εξήγησε και με αγνόησε.
Τα αυτιά της με τραβούσαν σαν μαγνήτης.
Γρήγορα έγραψα την απάντηση, έκοψα ένα χαρτάκι και ξαναέγραψα: «Πάμε σινεμά;» «Πάμε», έπεσε στο θρανίο μου. Σε λίγο ήρθε κι άλλο: «Εντάξει, … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους