[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social ανά κατηγορία
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κάποτε η Ελλάδα δεν ήταν «προορισμός». Ήταν τόπος. Δεν ήταν εμπειρία προς κατανάλωση, δεν ήταν πακέτο, δεν ήταν story, δεν ήταν “must visit”, δεν ήταν “hidden gem” μέχρι να την ανακαλύψει κάποιος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κάποτε η Ελλάδα δεν ήταν «προορισμός». Ήταν τόπος. Δεν ήταν εμπειρία προς κατανάλωση, δεν ήταν πακέτο, δεν ήταν story, δεν ήταν “must visit”, δεν ήταν “hidden gem” μέχρι να την ανακαλύψει κάποιος influencer με λινό πουκάμισο και drone.

Ήταν γειτονιά, μυρωδιά, φωνή, τραπέζι, φούρνος, ταβέρνα, ζαχαροπλαστείο, καφενείο, κουτούκι, μπουγάτσα, πατσάς, χαλβάς, ουζάκι στη θάλασσα, καρέκλα πλαστική που έγερνε λίγο αλλά σε κρατούσε μια χαρά, γιατί αυτό που σε κρατούσε τελικά δεν ήταν η καρέκλα.

Ήταν ο τόπος.

Σήμερα όμως κάτι αλλάζει βαθιά.

Και δεν αλλάζει απλώς η αισθητική.

Δεν είναι ότι μπήκαν δυο πιο μοντέρνες ταμπέλες, ότι άνοιξαν τρία μαγαζιά με brunch, ότι κάποιος έβαλε αβοκάντο εκεί που κάποτε υπήρχε τυρόπιτα.

Είναι ότι ολόκληρη η χώρα μετατρέπεται σιγά σιγά σε ένα απέραντο τουριστικό θέρετρο.

Ένα βιομηχανοποιημένο σκηνικό κατανάλωσης, φτιαγμένο όχι για να ζει ο άνθρωπος, αλλά για να περνάει, να φωτογραφίζεται, να πληρώνει και να φεύγει. Η Ελλάδα δεν κατοικείται πια με τον ίδιο τρόπο. Ενοικιάζεται.

Τα σπίτια έγιναν Airbnbs.

Οι γειτονιές έγιναν «ζώνες ενδιαφέροντος». Τα παλιά μαγαζιά έγιναν concepts.

Οι φούρνοι έγιναν bakeries.

Τα καφενεία έγιναν all day bars.

Τα κουτούκια έγιναν “meze experience”. Το ουζάκι έγινε “Greek tapas by the sea”. Η ταβέρνα έγινε brand.

Το ζαχαροπλαστείο έγινε boutique dessert lab.

Η μπουγάτσα έγινε προϊόν για τουρίστα.

Το σουβλάκι έγινε gourmet street food.

Το παϊδάκι έγινε rustic dining.

Και ο άνθρωπος που τα έφτιαχνε όλα αυτά με τα χέρια του, με μνήμη, τέχνη και ιδρώτα, έγινε ξαφνικά παρωχημένος.

Μας είπαν ότι αυτό είναι ανάπτυξη.

Ότι πρέπει να έρθει χρήμα.

Ότι πρέπει να αναβαθμιστούμε.

Ότι ο τουρισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία.

Μόνο που ξεχάσαμε να ρωτήσουμε: βαριά για ποιον; Βιομηχανία για ποιον; Και με τι κόστος; Γιατί όταν μια χώρα ζει μόνο για να την καταναλώνουν οι άλλοι, κάποια στιγμή παύει να ανήκει στους ανθρώπους της.

Γίνεται βιτρίνα.

Γίνεται θεματικό πάρκο.

Γίνεται καρτ ποστάλ.

Γίνεται σκηνικό για ανθρώπους που έρχονται να αγοράσουν αυθεντικότητα, την ώρα που η ίδια η αυθεντικότητα πεθαίνει για να χωρέσει στο γούστο τους.

Και μέσα σε όλα αυτά ήρθε και η νέα ματαιοδοξία.

Η εποχή του σώματος-προϊόντος.

Του σώματος που πρέπει να είναι διαρκώς φωτογραφήσιμο, σφιχτό, καθαρό, πειθαρχημένο, αποστειρωμένο από επιθυμία και μνήμη.

Η ανάγκη για υγεία —που είναι απολύτως ανθρώπινη και σωστή— μετατράπηκε σε μια νέα ηθική επιτήρηση.

Δεν τρως πια. «Χαλάς». Δεν απολαμβάνεις. «Ξεφεύγεις». Δεν κάθεσαι σε ταβέρνα. «Παρασύρεσαι». Δεν τρως μπουγάτσα. «Κάνεις cheat». Δεν πίνεις ουζάκι με μεζέ. «Δεν προσέχεις». Και έτσι, ανάποδα και ύπουλα, η ανάγκη για ωραία σώματα άρχισε να καταδικάζει τα παλιά φαγητά.

Όχι επειδή τα παλιά φαγητά ήταν εχθρός της υγείας, αλλά επειδή ήταν εχθρός της νέας εικόνας.

Της εικόνας που πρέπει να πουλάει.

Της εικόνας που πρέπει να χωράει στο Instagram.

Της εικόνας που δεν ανέχεται τη σάλτσα, το λάδι, το ψωμί, το τυρί, το τηγάνι, το γλυκό, το τραπέζι που κρατάει τρεις ώρες, τον άνθρωπο που τρώει χωρίς να απολογείται.

Και στη θέση όλων αυτών ξεφύτρωσαν τα πρωτεϊνάδικα, τα μπολ, τα shakes, τα low carb, τα fit menus, τα δήθεν καθαρά φαγητά, οι άνοστες λύσεις μιας κοινωνίας που φοβάται να χαρεί.

Δεν είναι το πρόβλημα η πρωτεΐνη.

Δεν είναι το πρόβλημα να προσέχει κανείς το σώμα του.

Το πρόβλημα είναι όταν μια ολόκληρη κουλτούρα αρχίζει να ντρέπεται για το φαγητό της.

Όταν η πίτα, το λαδερό, το μαγειρευτό, ο πατσάς, το γαλακτομπούρεκο, η μπουγάτσα, το σουτζουκάκι, το ψάρι με ούζο, το κουλούρι, ο χαλβάς, το παστέλι, το λουκούμι, αρχίζουν να θεωρούνται «παλιά», «βαριά», «λαϊκά», «μη εμπορεύσιμα» — εκτός αν τα πάρει κάποιος και τα ξανασερβίρει με αγγλικό όνομα, μαύρο πιάτο και τριπλάσια τιμή.

Το φαγητό όμως στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ απλώς θερμίδες.

Ήταν τρόπος ζωής.

Ήταν κοινωνική αρχιτεκτονική.

Ήταν οικογένεια, παρέα, γειτονιά, συμφιλίωση, γιορτή, πένθος, Κυριακή, καλοκαίρι, επιστροφή, ξενιτιά, μάνα, γιαγιά, θάλασσα, χωριό, πόλη, παιδική ηλικία.

Ήταν η γλώσσα μας πριν από τη γλώσσα.

Πριν μάθουμε να εξηγούμε ποιοι είμαστε, το ξέραμε από τη μυρωδιά του φούρνου, από το λάδι στο πιάτο, από το ψωμί στη μέση, από το «φάε λίγο ακόμα», από το γλυκό στο κουτί με τον σπάγκο.

Όταν χάνεται αυτό, δεν χάνεται απλώς μια συνταγή.

Χάνεται ένας τρόπος να είμαστε μαζί.

Η ελληνική γειτονιά δεν ήταν ρομαντικό παραμύθι.

Είχε φτώχεια, κουτσομπολιό, στενότητα, καβγάδες, μικρότητες.

Αλλά είχε και κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν επαναστατικό: συνέχεια.

Ήξερες τον φούρναρη.

Ήξερες τον μανάβη.

Ήξερες τον ψιλικατζή.

Ήξερες το ζαχαροπλαστείο που θα πάρεις πάστες.

Ήξερες την ταβέρνα που δεν χρειαζόταν να διαβάσεις μενού.

Ήξερες ποιος κάνει καλό γύρο, ποιος καλό γαλακτομπούρεκο, ποιος καλό πατσά, ποιος καλό καφέ.

Αυτή η γνώση δεν ήταν πληροφορία.

Ήταν δεσμός.

Τώρα όλα γίνονται αλυσίδες.

Όλα γίνονται ίδια.

Ίδια τραπέζια, ίδια φωτιστικά, ίδια μενού, ίδια μουσική, ίδια αγγλικά ονόματα, ίδια αισθητική από Αθήνα μέχρι Θεσσαλονίκη, από Πάρο μέχρι Κουκάκι, από Χανιά μέχρι Πήλιο.

Το τοπικό υποχωρεί μπροστά στο αναγνωρίσιμο.

Το αυθεντικό υποχωρεί μπροστά στο φωτογενές.

Το μικρό υποχωρεί μπροστά στο επενδυτικό.

Και στο τέλος δεν ξέρεις αν βρίσκεσαι σε ελληνική πόλη, σε τουριστικό αεροδρόμιο ή σε εμπορικό κέντρο με θέα θάλασσα.

Προφανώς όλα αυτά συμφέρουν.

Συμφέρουν τους μεγάλους.

Συμφέρουν τα funds.

Συμφέρουν τα trusts.

Συμφέρουν τους ιδιοκτήτες ακινήτων που βλέπουν τη γειτονιά σαν απόδοση.

Συμφέρουν τους επενδυτές που αγοράζουν τετράγωνα ολόκληρα.

Συμφέρουν τις αλυσίδες που εξαφανίζουν τους μικρούς.

Συμφέρουν τους δήθεν εκσυγχρονιστές που θεωρούν πολιτισμό μόνο ό,τι μοιάζει εισαγόμενο, ακριβό και αποστειρωμένο.

Αλλά το ερώτημα είναι: συμφέρει την Ελλάδα; Συμφέρει μια χώρα να χάσει τα μικρά της μαγαζιά; Συμφέρει να χαθούν οι βιοτεχνίες, οι χαλβαδοποιίες, οι παλιοί φούρνοι, τα ζαχαροπλαστεία, τα ουζερί, τα καφενεία, τα μαγειρεία, οι ταβέρνες που δεν είχαν social media αλλά είχαν ψυχή; Συμφέρει να μη βρίσκει ο κάτοικος σπίτι στη γειτονιά του; Συμφέρει να μη μπορεί ο νέος να ανοίξει μικρή επιχείρηση γιατί όλα έχουν γίνει απλησίαστα; Συμφέρει να ζει ο ντόπιος σαν ανεπιθύμητος μέσα στον ίδιο του τον τόπο; Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη ειρωνεία.

Οι ίδιοι άνθρωποι που ψηφίζουν ξανά και ξανά τις ίδιες πολιτικές, οι ίδιοι που χειροκροτούν την «ανάπτυξη», οι ίδιοι που λένε «να έρθουν επενδύσεις», είναι συχνά αυτοί που μετά θα κάτσουν να φάνε το παϊδάκι με το χέρι, θα ζητήσουν πατσά στις τρεις το πρωί, θα πουν ότι «σαν την ελληνική κουζίνα δεν έχει», θα συγκινηθούν με ένα ουζάκι δίπλα στο κύμα, θα νοσταλγήσουν τη γειτονιά τους, θα θυμηθούν το παλιό ζαχαροπλαστείο, θα πουν «έκλεισε κι αυτό, κρίμα». Μόνο που δεν καταλαβαίνουν ότι δεν έκλεισε μόνο του.

Το κλείσαμε.

Το κλείσαμε με τις επιλογές μας.

Με την αδιαφορία μας.

Με την ψήφο μας.

Με την ανοχή μας.

Με το ότι θεωρήσαμε φυσιολογικό να γίνουν όλα τουρισμός.

Με το ότι δεχτήκαμε πως η πόλη πρέπει να δουλεύει για τον επισκέπτη και όχι για τον κάτοικο.

Με το ότι αφήσαμε το μικρό να πεθάνει και μετά το κλάψαμε σαν μοιρολογίστρες πάνω από το ενοικιαστήριο.

Δεν είναι νοσταλγία αυτό.

Δεν είναι «παλιά ήταν όλα καλύτερα». Δεν ήταν όλα καλύτερα.

Αλλά δεν ήταν όλα εμπορεύματα.

Υπήρχε ακόμα ένα κομμάτι ζωής που δεν είχε μπει σε excel.

Υπήρχε ακόμα μια γωνία που δεν είχε αποτιμηθεί.

Υπήρχε ακόμα ένα μαγαζί που δεν το άνοιξε κάποιος για exit strategy.

Υπήρχε ακόμα ένας μάστορας που δεν ήθελε να γίνει brand ambassador του εαυτού του.

Ήθελε απλώς να κάνει καλά τη δουλειά του.

Αυτό χάνεται.

Και αν χαθεί τελείως, δεν θα επιστρέψει εύκολα.

Γιατί η παράδοση δεν είναι μουσειακό αντικείμενο.

Δεν τη σώζεις βάζοντάς την σε φεστιβάλ.

Δεν τη σώζεις με “Greek traditional week”. Δεν τη σώζεις όταν την κάνεις τουριστικό προϊόν.

Η παράδοση σώζεται όταν συνεχίζει να ζει φυσικά.

Όταν ο άνθρωπος μπορεί ακόμα να πάει στην ταβέρνα της γειτονιάς του.

Όταν το παιδί ξέρει τι είναι χαλβαδοποιείο.

Όταν υπάρχει ακόμα φούρνος που μυρίζει βούτυρο και όχι franchise.

Όταν το ουζερί δεν χρειάζεται να εξηγήσει σε κανέναν τι είναι «εμπειρία». Όταν η μπουγάτσα λέγεται μπουγάτσα, το τυρί τυρί, ο κιμάς κιμάς, και δεν χρειάζεται να μεταφραστούν όλα στη γλώσσα της αγοράς.

Δεν πρέπει να χαθεί η παραδοσιακή ταβέρνα.

Δεν πρέπει να χαθούν τα κουτούκια.

Δεν πρέπει να χαθεί το ουζάκι στη θάλασσα.

Δεν πρέπει να χαθούν τα ζαχαροπλαστεία, οι χαλβαδοποιίες, οι βιοτεχνίες, οι φούρνοι, τα μαγειρεία, τα καφενεία, οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που κουβαλούν ιστορία χωρίς να το φωνάζουν.

Γιατί αυτά δεν είναι απλώς επιχειρήσεις.

Είναι κύτταρα πολιτισμού.

Και το φαγητό, ειδικά στην Ελλάδα, είναι ίσως από τα τελευταία οχυρά αυτής της μνήμης.

Γι’ αυτό και η επίθεση πάνω του δεν είναι αθώα.

Όταν αλλάζει το φαγητό, αλλάζει ο χρόνος.

Αλλάζει η παρέα.

Αλλάζει το σώμα.

Αλλάζει η γλώσσα.

Αλλάζει η σχέση με τον τόπο.

Από το «πάμε να φάμε» περνάμε στο «πάμε κάπου ωραία». Από το «να καθίσουμε» περνάμε στο «να βγάλουμε μια φωτογραφία». Από το «ξέρουν να μαγειρεύουν» περνάμε στο «έχει ωραίο vibe». Και κάπου εκεί χάνεται η ουσία. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο από την οικονομική φτώχεια.

Κινδυνεύει από την αισθητική και πολιτισμική φτώχεια που παρουσιάζεται ως πρόοδος.

Από την ομοιομορφία που παρουσιάζεται ως εκσυγχρονισμός.

Από την τουριστικοποίηση που παρουσιάζεται ως ανάπτυξη.

Από τη ματαιοδοξία που παρουσιάζεται ως υγεία.

Από το κέρδος που παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα.

Και το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά γίνονται με τη δική μας συμμετοχή.

Δεν ήρθαν μόνο κάποιοι ξένοι και μας τα πήραν.

Τα δώσαμε κι εμείς.

Τα πουλήσαμε.

Τα ψηφίσαμε.

Τα ανεχτήκαμε.

Τα χειροκροτήσαμε.

Τα βαφτίσαμε «ευκαιρία». Και τώρα κοιτάμε γύρω μας και αναρωτιόμαστε γιατί η πόλη δεν μας αναγνωρίζει.

Η απάντηση είναι απλή και σκληρή: γιατί πάψαμε να την υπερασπιζόμαστε.

Αν θέλουμε λοιπόν να μείνει κάτι όρθιο, πρέπει να ξαναμιλήσουμε για τα μικρά πράγματα με σοβαρότητα.

Για το μαγαζί της γειτονιάς.

Για τον μάστορα.

Για την ταβέρνα.

Για το φαγητό που δεν φωτογραφίζεται καλά αλλά σε παρηγορεί.

Για την κουζίνα που δεν χρειάζεται αγγλικό μενού για να υπάρξει.

Για τον τόπο που δεν θέλει να γίνει σκηνικό.

Για την Ελλάδα που δεν πρέπει να γίνει μόνο resort, μόνο επένδυση, μόνο εμπειρία, μόνο προϊόν.

Γιατί αν χαθεί η γειτονιά, αν χαθεί το τραπέζι, αν χαθεί η γεύση, αν χαθεί το μικρό μαγαζί, τότε δεν θα έχουμε χάσει απλώς μια παλιά Ελλάδα. Θα έχουμε χάσει τον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζαμε ο ένας τον άλλον.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences