Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν συνέδριο επανεκκίνησης. Ήταν συνέδριο πειθαρχημένης ανασύνταξης γύρω από τον Μητσοτάκη. Το κεντρικό μήνυμα δεν ήταν «αλλάζουμε», αλλά «διορθώνουμε αρκετά...
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν συνέδριο επανεκκίνησης. Ήταν συνέδριο πειθαρχημένης ανασύνταξης γύρω από τον Μητσοτάκη.
Το κεντρικό μήνυμα δεν ήταν «αλλάζουμε», αλλά «διορθώνουμε αρκετά ώστε να μη χάσουμε». Η ΝΔ καταλαβαίνει ότι έχει φθορά, αλλά δεν θέλει να ανοίξει την πόρτα σε βαθιά αυτοκριτική, γιατί η αυτοκριτική θα έθετε αμέσως ζήτημα μοντέλου διακυβέρνησης: υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο Μαξίμου, τεχνοκρατικού συγκεντρωτισμού, απόσταση από κοινωνικά στρώματα που αισθάνονται ότι η ανάπτυξη δεν φτάνει στο πορτοφόλι τους.
Η μεγαλύτερη αντίφαση ήταν η συνύπαρξη δύο αφηγημάτων: από τη μία «το είπαμε, το κάναμε», από την άλλη «ναι, υπάρχουν καθυστερήσεις, αστοχίες και λάθη». Η κυβέρνηση προσπαθεί να κρατήσει και τα δύο: να εμφανιστεί αλάνθαστη ως προς τη μεγάλη εικόνα, αλλά αρκετά ταπεινή ώστε να μη φανεί αλαζονική.
Πολιτικά αυτό είναι δύσκολο.
Όταν η ακρίβεια παρουσιάζεται κυρίως ως εξωτερικό φαινόμενο, η παραδοχή των λαθών μένει μισή.
Ο πολίτης δεν κρίνει μόνο αν η Ελλάδα αναπτύσσεται· που δεν αναπτύσσεται.
Κρίνει αν μπορεί να πληρώσει σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, ρεύμα, υγεία και παιδεία.
Η πιο αποκαλυπτική στιγμή ήταν η παρέμβαση Δένδια.
Όχι επειδή αμφισβήτησε τον Μητσοτάκη ευθέως, αλλά επειδή έδειξε ότι μέσα στη ΝΔ υπάρχει ανησυχία πως η παράταξη έχει γίνει υπερβολικά τεχνοκρατική, υπερβολικά κεντρώα στη φόρμα της και υπερβολικά αποκομμένη από τη βάση της.
Η φράση του περί «κυβερνητικού ιδρυματισμού» είναι πολιτικά βαριά.
Σημαίνει ότι ένα τμήμα της ΝΔ φοβάται πως η εξουσία έχει αρχίσει να αυτοτροφοδοτείται, να ακούει λιγότερο και να θεωρεί την εκλογική κυριαρχία δεδομένη. Ο Μητσοτάκης, από την πλευρά του, επέλεξε την ασφαλέστερη στρατηγική: προσωποποίηση του διλήμματος.
Δεν λέει απλώς «εμείς ή οι άλλοι». Λέει: «εγώ ή οι άλλοι». Ένα δίλημμα που όσο περνούν οι μέρες ατονεί.
Η κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει, αισθάνεται ανασφαλής και βλέπει να αποσαθρώνεται κάθε θεμέλιο που την κρατούσε συνεκτική.
Η απουσία ουσιαστικής συζήτησης για θεσμικά ζητήματα, λογοδοσία, υποκλοπές, κράτος δικαίου, πελατειακές πρακτικές και πραγματική ποιότητα δημόσιων υπηρεσιών είναι στρατηγική, όχι τυχαία. Η ΝΔ θέλει να μεταφέρει τη συζήτηση από την ποιότητα της εξουσίας στην ικανότητα διαχείρισης.
Θέλει οι πολίτες να ρωτούν «ποιος μπορεί να κυβερνήσει;», όχι «πώς κυβερνά αυτός που κυβερνά;». Το συνέδριο έδειξε επίσης ότι η ΝΔ παίζει ταυτόχρονα σε τρία ακροατήρια: στο κέντρο, με Πιερρακάκη και μεταρρυθμιστικό λόγο· στη δεξιά βάση, με Δένδια, Γεωργιάδη και έμφαση στην ταυτότητα· και στους απογοητευμένους ψηφοφόρους του 2023, με υποσχέσεις για διορθώσεις.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα ακροατήρια δεν θέλουν πάντα το ίδιο πράγμα.
Το κέντρο θέλει θεσμικότητα και αποτελεσματικότητα.
Η δεξιά βάση θέλει ταυτότητα και σύγκρουση.
Η κοινωνική βάση θέλει εισόδημα και ασφάλεια στην καθημερινότητα. Η ΝΔ προσπαθεί να τα ενώσει με τη λέξη «σταθερότητα». Το συνέδριο ήταν οργανωτικά επιτυχημένο, επικοινωνιακά πειθαρχημένο, αλλά πολιτικά αποτυχημένο. Η ΝΔ δεν εμφανίστηκε ως κόμμα που ανοίγει νέο κύκλο· εμφανίστηκε ως κόμμα που προσπαθεί να παρατείνει τον υπάρχοντα κύκλο χωρίς να παραδεχθεί πόσο έχει φθαρεί.
Η τρίτη τετραετία παρουσιάστηκε ως εθνική ανάγκη, όμως αυτό ακούγεται πειστικό μόνο όταν συνοδεύεται από πραγματική ανανέωση ύφους, προσώπων και προτεραιοτήτων.
Μέχρι στιγμής, το μήνυμα είναι περισσότερο: «δεν υπάρχει καλύτερη εναλλακτική» παρά «έχουμε νέα απάντηση για τη χώρα».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους