[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social ανά κατηγορία
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος Μια γυναίκα στα τριάντα της μου έλεγε πρόσφατα ότι δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που περίμενε κάτι. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά — να μείνει ακίνητη χωρίς οθόνη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος Μια γυναίκα στα τριάντα της μου έλεγε πρόσφατα ότι δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που περίμενε κάτι.

Όχι μεταφορικά.

Κυριολεκτικά — να μείνει ακίνητη χωρίς οθόνη, χωρίς podcast, χωρίς κάτι να γεμίζει το διάστημα.

Όταν δοκιμάζει, λέει, νιώθει πανικό.Αυτή η μικρή φράση περιγράφει κάτι ευρύτερο από έναν προσωπικό συμπτωματολογικό χάρτη.

Περιγράφει μια ψυχική συνθήκη που έχει γίνει σχεδόν κανόνας: τη χαμηλή αντοχή στο κενό ανάμεσα σε δύο ερεθίσματα.

Και αν την κοιτάξει κανείς προσεκτικά, αποκαλύπτει κάτι για τη σχέση του σύγχρονου υποκειμένου με τον χρόνο, την επιθυμία και τον ίδιο του τον εαυτό.Ο Φρόυντ, στο Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, υποστήριζε ότι ο πολιτισμός οικοδομείται πάνω στην αναβολή της ικανοποίησης — στην ικανότητα του υποκειμένου να ανέχεται το διάστημα ανάμεσα στην επιθυμία και την εκπλήρωσή της.

Αυτό το διάστημα δεν είναι απλώς καθυστέρηση· είναι ο χώρος όπου παράγεται η σκέψη, η φαντασίωση, η συμβολοποίηση.

Χωρίς αυτό το διάστημα, η επιθυμία δεν διαφοροποιείται από την ορμή.

Παραμένει πρωτόγονη, επαναληπτική, μηχανική.Ολόκληρη η σύγχρονη οικονομία βασίζεται στη συστηματική κατάργηση αυτού του διαστήματος.

Φαγητό σε δέκα λεπτά.

Σχέσεις με ένα swipe.

Πολιτική ανάλυση σε τριάντα δευτερόλεπτα.

Θεραπευτική γλώσσα σε infographics.

Η δομή της επιθυμίας έχει αλλάξει: δεν ωριμάζει πια, διεγείρεται και εκτονώνεται μηχανικά.

Αυτό που στον δέκατο ένατο αιώνα θα ονομαζόταν επιπολαιότητα, σήμερα ονομάζεται αποδοτικότητα.Το κινητό έχει γίνει ένα μεταβατικό αντικείμενο μαζικής κλίμακας — με την έννοια του Winnicott, αλλά διαστρεβλωμένη.

Το αρχικό μεταβατικό αντικείμενο, το αρκουδάκι ή η κουβέρτα, επέτρεπε στο παιδί να αντέξει την απουσία της μητέρας, να γεφυρώσει την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα.

Το σύγχρονο κινητό κάνει το αντίθετο: δεν γεφυρώνει την απουσία, την καταργεί.

Δεν επιτρέπει στο υποκείμενο να αναπτύξει εσωτερικό χώρο, αλλά τον γεμίζει διαρκώς με ερεθίσματα ώστε να μη χρειάζεται να αντιμετωπίσει το κενό.Και είναι ακριβώς το κενό που τρομάζει.

Όχι ο θάνατος, όχι ο πόνος — το κενό.

Γιατί μέσα στο κενό το υποκείμενο συναντά κάτι από εκείνο που ο Λακάν ονόμαζε έλλειψη του Άλλου: τη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει εξωτερική εγγύηση, δεν υπάρχει αυθεντία που να μπορεί να ορίσει οριστικά τι αξίζει η ζωή του, τι πρέπει να επιθυμεί, ποιος είναι.

Η συνεχής συνδεσιμότητα είναι, μεταξύ άλλων, μια άμυνα απέναντι σε αυτή τη συνειδητοποίηση.

Όσο ο άλλος είναι παρών — έστω ως ειδοποίηση, ως like, ως αλγοριθμική παρουσία — το ερώτημα της έλλειψης μπορεί να αναβληθεί.Αυτή η αλλαγή έχει μεταμορφώσει και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Στις εφαρμογές γνωριμιών, ο άλλος υπάρχει μέχρι να εμφανιστεί ένας πιθανώς καλύτερος άλλος. Η Eva Illouz, στο Cold Intimacies και αργότερα στο The End of Love, έχει περιγράψει αυτή τη μετατόπιση με ακρίβεια: ο έρωτας έχει εισέλθει στο πεδίο της ορθολογικής επιλογής.

Οι άνθρωποι μιλούν για τις σχέσεις τους με γλώσσα δανεισμένη από το management και τα οικονομικά — δεν καλύπτονται οι ανάγκες μου, δεν επενδύει αρκετά, δεν εξελισσόμαστε — χωρίς να αντιλαμβάνονται πώς αυτή η γλώσσα ήδη προδικάζει το αποτέλεσμα.

Όταν σκέφτεσαι τη σχέση σου ως χαρτοφυλάκιο, είναι λογικό να αναζητάς διαρκώς καλύτερη απόδοση.

Δεν είναι ωριμότητα αυτό· είναι λογιστική.Πίσω από αυτή την οικονομική γλώσσα κρύβεται μια βαθύτερη μεταβολή: η μετατροπή του εαυτού σε προϊόν.

Αυτό που ο Erich Fromm είχε ονομάσει the marketing character — τον χαρακτήρα που εμπορεύεται τον εαυτό του — έχει γίνει σχεδόν καθολική συνθήκη.

Το διάγραμμα Είμαι αυτό που με θέλει ο άλλος δεν αφορά πια μόνο τον επαγγελματικό βίο· διαπερνά τη σεξουαλικότητα, τη φιλία, ακόμα και την αυτοαντίληψη.

Το personal brand δεν θεωρείται πια ειρωνική έκφραση· διδάσκεται σε σεμινάρια και διαμορφώνει τον τρόπο που οι νέοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους πριν καν τον γνωρίσουν.Το ίδιο έχει συμβεί και με την ψυχοθεραπεία.

Ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης θεραπευτικής κουλτούρας υπόσχεται καλύτερη λειτουργικότητα αντί για βαθύτερη κατανόηση.

Ο θεραπευόμενος συχνά δεν ζητά να αναμετρηθεί με την επιθυμία του αλλά να επιστρέψει γρήγορα στην παραγωγικότητα — να κοιμάται καλύτερα, να αγχώνεται λιγότερο, να αποδίδει περισσότερο.

Πολλά από αυτά τα αιτήματα είναι ουσιαστικά αιτήματα του εργοδότη του, που τα έχει εσωτερικεύσει ως δικά του.Η ψυχανάλυση εξαρχής αντιστάθηκε σε αυτή τη λογική.

Όταν ο Φρόυντ έγραφε ότι σκοπός της ανάλυσης είναι η μετατροπή της νευρωτικής δυστυχίας σε κοινή ανθρώπινη δυστυχία, εννοούσε κάτι θεμελιωδώς αντιθεραπευτικό με τη σύγχρονη έννοια.

Δεν υποσχόταν ευτυχία.

Υποσχόταν μια πιο αληθινή σχέση με την ανθρώπινη συνθήκη — που περιλαμβάνει αναγκαστικά τη ματαίωση, την απώλεια, τα όρια.

Η σύγχρονη wellness κουλτούρα υπόσχεται το αντίθετο: ότι όλα διορθώνονται, αρκεί να βρεις τη σωστή τεχνική, το σωστό app, την κατάλληλη αναπνοή.

Είναι η αμερικανοποίηση της ψυχικής ζωής — η ίδια λογική που μετέτρεψε το φαγητό σε fast food, εφαρμοσμένη τώρα στον ίδιο τον ψυχισμό.Αυτή ίσως είναι και η πραγματική λειτουργία της wellness βιομηχανίας: δεν θεραπεύει τόσο όσο καθησυχάζει.

Μετατρέπει την οργή σε άσκηση αναπνοών και την κριτική σε self-care.

Παίρνει συνθήκες που είναι, στην ουσία τους, αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικονομικών επιλογών, και τις επιστρέφει στο άτομο ως πρόβλημα στάσης.

Είναι μια ιδιαίτερα έξυπνη μορφή κοινωνικού ελέγχου, ακριβώς επειδή τη φοράμε σαν να ήταν δική μας ιδέα.Ο Byung-Chul Han, στην Κοινωνία της κόπωσης, διατυπώνει αυτό που ίσως είναι η πιο επιτυχημένη μορφή σύγχρονης εξουσίας.

Έχουμε περάσει, λέει, από την πειθαρχική κοινωνία του Φουκώ — όπου το υποκείμενο διαμορφωνόταν μέσα από εξωτερικούς περιορισμούς — στην κοινωνία της επίδοσης, όπου το υποκείμενο εκμεταλλεύεται τον εαυτό του εθελοντικά, με τη σχεδόν ευφορική πεποίθηση ότι είναι ελεύθερο.

Η εξάντληση δεν βιώνεται ως κοινωνικό σύμπτωμα αλλά ως προσωπική ανεπάρκεια.

Ο άνθρωπος δεν λέει πια με εκμεταλλεύονται.

Λέει δεν προσπαθώ αρκετά.

Είναι μια πανουργία της εξουσίας: μετατρέπει την κριτική σε ντροπή και την αντίσταση σε burnout — που μετά αντιμετωπίζεται με σεμινάριο time management.Από εδώ προκύπτει και μια καινούργια μορφή μοναξιάς.

Όχι η υπαρξιακή μοναξιά του εικοστού αιώνα — η μοναξιά του Camus ή του Beckett, που είχε τουλάχιστον το βάρος μιας μεταφυσικής διαπίστωσης — αλλά μια πιο ασαφής, πιο επιφανειακή και ίσως πιο φθοροποιά μοναξιά.

Μοναξιά μέσα στη συνεχή συνδεσιμότητα.

Άνθρωποι που μιλούν όλη μέρα χωρίς να συναντούν κανέναν, που έχουν εκατοντάδες επαφές αλλά κανένα πρόσωπο στο οποίο να μπορούν να επιστρέψουν.Ο Hegel είχε γράψει ότι η αυτοσυνείδηση συγκροτείται μόνο μέσα από την αναγνώριση από έναν άλλον αυτοσυνείδητο.

Σήμερα η αναγνώριση έχει μετατραπεί σε engagement — μετρήσιμη, ποσοτικοποιημένη, ασύμμετρη.

Το like δεν είναι αναγνώριση· είναι το φάντασμά της.

Ίσως αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη συνεχή έκθεση, οι άνθρωποι αισθάνονται όλο και λιγότερο ορατοί.Και υπάρχει κάτι ακόμα.

Οι άνθρωποι φοβούνται τη σιωπή επειδή μέσα στη σιωπή αρχίζει να ακούγεται κάτι από το ασυνείδητο.

Σκέψεις που δεν έχουν ακόμη γίνει εικόνες, επιθυμίες που δεν έχουν εμπορευματοποιηθεί, αμφιβολίες που δεν χωρούν στη γλώσσα της αυτοβελτίωσης. Ο Pascal είχε γράψει ότι όλη η δυστυχία του ανθρώπου προέρχεται από την αδυναμία του να μείνει ήσυχος μόνος σε ένα δωμάτιο.

Τέσσερις αιώνες αργότερα, η παρατήρηση μοιάζει σχεδόν προφητική — με τη διαφορά ότι σήμερα έχουμε φτιάξει μια ολόκληρη οικονομία γύρω από αυτή την αδυναμία.

Δισεκατομμύρια εξαρτώνται από το να μη μείνεις ήσυχος, από το να μην αντέξεις δύο λεπτά χωρίς ερέθισμα.

Αυτό δεν είναι μεταφορά· είναι το business model μιας ολόκληρης βιομηχανίας.Ίσως γι' αυτό η ψυχανάλυση παραμένει ενοχλητική.

Δεν υπόσχεται optimization.

Δεν ενδιαφέρεται να κάνει το άτομο πιο ανταγωνιστικό ή πιο θετικό.

Επιμένει σε κάτι σχεδόν αντιπαραγωγικό: ότι ο άνθρωπος δεν είναι διαφανής στον εαυτό του, ότι η επιθυμία δεν οργανώνεται από την αγορά χωρίς ψυχικό κόστος, ότι η αλήθεια του υποκειμένου δεν χωράει σε γρήγορες αφηγήσεις.

Σε μια κοινωνία που απαιτεί διαρκή αυτοπαρουσίαση, η ψυχαναλυτική συνεδρία προσφέρει κάτι σπάνιο: έναν χώρο όπου κάποιος μπορεί να μιλήσει αργά, να αντιφάσκει, να μη γνωρίζει, να σιωπά.

Είναι από τους τελευταίους θεσμούς όπου η βραδύτητα δεν θεωρείται πρόβλημα — και ίσως γι' αυτό η κουλτούρα της λύσης σε επτά βήματα τη βλέπει με τόση καχυποψία.Η γυναίκα που δεν μπορούσε να περιμένει δεν είχε σπάνιο σύμπτωμα.

Είχε χάσει κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο: την ικανότητα να μένει μόνη με μια σκέψη χωρίς να χρειάζεται αμέσως να τη μετατρέψει σε εικόνα, άποψη ή περιεχόμενο.

Αυτό είναι ίσως το πιο αφύσικο πράγμα στη σύγχρονη κοινωνία.

Όχι η δυστυχία — η δυστυχία ήταν πάντα μέρος της ανθρώπινης συνθήκης. Αλλά η βραδύτητα. Η ικανότητα να αντέχεις τον εαυτό σου χωρίς διαμεσολάβηση.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences