Η Ιθάκη που φτιάχνουμε με τα χέρια μας Την αυγή που επιστρέψαμε, η Ιθάκη δεν μας περίμενε με λιμάνια γεμάτα. Μόνο βράχια γυμνά, και μια θάλασσα που έμοιαζε να μας κοιτάει λοξά, σαν γριά που θυμάται...
Η Ιθάκη που φτιάχνουμε με τα χέρια μας Την αυγή που επιστρέψαμε, η Ιθάκη δεν μας περίμενε με λιμάνια γεμάτα.
Μόνο βράχια γυμνά, και μια θάλασσα που έμοιαζε να μας κοιτάει λοξά, σαν γριά που θυμάται.
Το καράβι μας έτριζε.
Τα πανιά ήταν μπαλωμένα με ιστορίες από Κίρκες, Σειρήνες και Κύκλωπες που πια δεν μας τρόμαζαν.
Αυτό που μας τρόμαζε ήταν η σιωπή της στεριάς.
Ο γέρο-Μηνάς.
Ναυτικός στα νιάτα του, θεριστής στα γεράματα, ξέχασε, έσκυψε, πήρε μια χούφτα χώμα ξερό, σαν στάχτη. «Αυτή είναι;» ρώτησε η μικρή Αρετή, που γεννήθηκε στο πέλαγος και δεν είχε δει ποτέ σιτάρι να φυτρώνει. «Αυτή είναι», είπε ο Μηνάς. «Αλλά δεν είναι η ίδια που αφήσαμε». Δεν είχε θημωνιές.
Δεν είχε αυλάκια με νερό να κελαρύζει.
Είχε μόνο ξερολιθιές που στέκονταν όρθιες από πείσμα, και αγριελιές που είχαν ξεχάσει πως κάνουν καρπό.
Στη μέση του κάμπου, ένα πουρνάρι μόνο του από ένα κλαδί του κρεμόταν ένα παλιό δισάκι, ξεθωριασμένο. Άδειο.
Πιάσαμε δουλειά χωρίς να το συζητήσουμε γιατί τι άλλο να κάνεις όταν το ταξίδι τελειώνει και τα χέρια σου γυρεύουν να πιαστούν από κάπου; Η Δέσποινα, που χόρευε με κοράλλια στα μαλλιά σε λιμάνια ξένα, έβγαλε τα σκουλαρίκια και τα ‘κανε αξίνα. Ο Λευτέρης, που μέθυσε με ηδονικές μυρωδιές στην Ανατολή, έμαθε ξανά να μυρίζει το βρεγμένο χώμα.
Τα παιδιά μάζευαν πέτρες.
Όχι για να χτίσουν τείχη, αλλά για να καθαρίσουν το χωράφι.
Την πρώτη χρονιά, η γη μας κοίταξε καχύποπτα.
Μας έδωσε μόνο αγριόχορτα και λίγες ελιές πικρές σαν την απογοήτευση. Ο Μηνάς δεν μίλησε.
Πήρε μια πέτρα, έσπασε ένα ξερό κρεμμύδι απάνω της, το μοίρασε. «Γλυκό», είπε ψέματα και το φάγαμε όλοι και ήταν.
Τη δεύτερη χρονιά, βρήκαμε νερό.
Όχι πολύ.
Μια φλέβα κάτω από το πουρνάρι, εκεί που κάποτε κρεμούσαν το δισάκι τους οι σταχτομαζόχτρες.
Σκάψαμε αυλάκι με τα χέρια, το νερό κελάρυσε δειλά στην αρχή, σαν παιδί που μαθαίνει να μιλά.
Τα παιδιά σταμάτησαν και το άκουσαν. Η Αρετή γέλασε.
Ήταν ο πρώτος ήχος που δεν τον έφερνε ο άνεμος.
Την τρίτη χρονιά, φυτέψαμε σιτάρι, κριθάρι, φακή, δεν πρασίνισε ο κάμπος μονομιάς.
Πρασίνισε εκεί που ιδρώσαμε.
Φέτος, η Αρετή έτρεξε από το χωράφι φωνάζοντας.
Κρατούσε κάτι στα χέρια της. «Θημωνιά!» Δεν ήταν πύργος.
Ήταν μια μικρή, στραβή θημωνιά, ίσα που στεκόταν.
Μα γύρω της ο κάμπος μύριζε ψωμί που δεν είχε ψηθεί ακόμα.
Κάτω από το πουρνάρι, η Δέσποινα είχε απλώσει τραπεζομάντηλο ξεροτήγανο, ελιές, κρεμμύδι πάνω στην πέτρα. Ο Μηνάς έκοψε το ψωμί. «Αυτή είναι η Ιθάκη», είπε. «Φτωχή και ρακένδυτη», συμπλήρωσε ο Λευτέρης. «Αλλά δικιά μας», τελείωσε η Αρετή, και δάγκωσε το κρεμμύδι και αυτή τη φορά ήταν αλήθεια γλυκό.
Το βράδυ, δεν είχε χορούς αχαλίνωτους.
Είχε τραγούδι χαμηλόφωνο για τους καημούς που έγιναν σπόρος.
Η θάλασσα στο βάθος δεν ήταν πια συμπληγάδα.
Ήταν δρόμος.
Αλλά δεν κοιτούσαμε πια κατά εκεί.
Γιατί η Ιθάκη που χάσαμε δεν γυρίζει. Η Ιθάκη που φτιάχνουμε, όμως, μόλις άρχισε να ανασαίνει και ξέρεις κάτι; Έχει τα πιο εκτυφλωτικά χρώματα από όλα.
Το πράσινο της πρώτης βραγιάς.
Το χρυσό του σταριού που παλεύει.
Το κόκκινο από τα ροζιασμένα χέρια. Χάντρες αληθινές, που δεν στις χαρίζει κανένα λιμάνι. Τις φτιάχνεις εσύ. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους