Κυριακή μεσημέρι στη Θεσσαλονίκη, και το σπίτι της γιαγιάς Βασίλως μύριζε βασιλικό και νοσταλγία. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε δώδεκα και τέταρτο. Η ίδια, 86 χρονών μα με μάτια που σπινθήριζαν σαν...
Κυριακή μεσημέρι στη Θεσσαλονίκη, και το σπίτι της γιαγιάς Βασίλως μύριζε βασιλικό και νοσταλγία.
Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε δώδεκα και τέταρτο.
Η ίδια, 86 χρονών μα με μάτια που σπινθήριζαν σαν κοριτσιού, ζύμωνε ήδη στη σκάφη.
Τα χέρια της ήξεραν τον δρόμο – αλεύρι, νερό, λίγο ξύδι για να τραγανίσει το φύλλο.
Χτύπησε το κουδούνι. «Γιαγιάααα!» Μπήκαν φουριόζοι ο Δημητράκης με τη Μαρίνα, τα εγγόνια από την Αθήνα.
Κόκκινα μάγουλα από το παιχνίδι στην αυλή. «Τι θα φάμε σήμερα, γιαγιά;» ρώτησε ο μικρός και κρέμασε τη μύτη του πάνω στο τραπέζι. Η Μαρίνα δεν ντράπηκε: «Πίτα θέλουμε! Εκείνη με το τυρί που ανοίγεις το φύλλο και κάνει κρρρτς!» Η κυρά-Βασίλω χαμογέλασε.
Τα γόνατα την πονούσαν από το πρωί, η μέση διαμαρτυρόταν, και η τηλεόραση έπαιζε το αγαπημένο της σήριαλ.
Μα πώς να χαλάσει χατίρι σε δυο ζευγάρια μάτια που την κοιτούσαν σαν να κρατούσε όλο τον κόσμο στα χέρια της; «Πίτα είπατε; Πίτα θα φάτε.» Έβγαλε από το ντουλάπι την ξύλινη πλάστρα του 1962. «Αυτή εδώ άνοιξε φύλλο για τον παππού σας, για τον πατέρα σας, τώρα θα ανοίξει και για σας.» Το δωμάτιο γέμισε αλεύρι και γέλια. Ο Δημητράκης πάλευε να σηκώσει τον πλάστη, η Μαρίνα πασπάλιζε το τραπέζι «για να μη κολλήσει, γιαγιά, έτσι δεν λες;». Η Βασίλω έτριβε τη φέτα με τα χέρια.
Όχι τρίφτη – «το τυρί θέλει χάδι, όχι σίδερο». Αυγά από τις κότες της κυρά-Λένης, λίγος δυόσμος από το γλαστράκι.
Και ιστορίες.
Όσο άπλωνε το φύλλο, τους έλεγε για το χωριό, για τις πίτες που έψηναν στον ξυλόφουρνο, για τον πρώτο χορό με τον παππού.
Σε μια ώρα το ταψί μοσχομύριζε στον φούρνο.
Τα παιδιά με κολλημένες μύτες στο τζάμι μετρούσαν τα λεπτά. «Γιαγιά, πεινάμεεε!» «Η υπομονή είναι το καλύτερο μυρωδικό της πίτας», τους έκλεισε το μάτι.
Όταν βγήκε το ταψί, ρόδινη και τραγανή, έκατσαν και οι τρεις στο τραπεζάκι της κουζίνας.
Έξω κυριακάτικη ησυχία, μέσα μόνο το κρρρτς του φύλλου και τα «μμμ» των παιδιών. Η Βασίλω δεν έφαγε πολύ.
Ένα κομματάκι στην άκρη, ίσα να δοκιμάσει το αλάτι.
Χόρτασε όμως με το βλέμμα τους. 86 χρονών, και κατάλαβε πάλι γιατί αξίζει να σηκώνεσαι από την καρέκλα και να ανοίγεις φύλλο: γιατί καμιά συνταγή δεν γράφει υλικά για αγάπη, κι όμως η πίτα της είχε μέσα μπόλικη. «Την άλλη Κυριακή θα κάνουμε χορτόπιτα», είπε ο Δημητράκης με γεμάτο στόμα.
Η γιαγιά Βασίλω γέλασε. «Αν θέλει ο Θεός, κι αν αντέχει η πλάστρα μου… ε, θα τη βρούμε την άκρη.» Γιατί στις γιαγιάδες τα «δεν μπορώ» τελειώνουν εκεί που αρχίζει το «θέλω» των εγγονιών. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους