Δραπετσώνα, 1930. Σάββατο βράδυ. Λάσπη, παράγκες, φτώχεια όλη την εβδομάδα. Αλλά το Σάββατο... το Σάββατο άναβαν τα φανάρια στην αλάνα. Ο λυράρης, ο μπάρμπα-Κώστας από την Κερασούντα, καθαρίζει τη...
Δραπετσώνα, 1930. Σάββατο βράδυ. Λάσπη, παράγκες, φτώχεια όλη την εβδομάδα. Αλλά το Σάββατο... το Σάββατο άναβαν τα φανάρια στην αλάνα.
Ο λυράρης, ο μπάρμπα-Κώστας από την Κερασούντα, καθαρίζει τη λύρα με το μανίκι.
Δίπλα ο νταουλτζής, χτυπάει το νταούλι μια φορά να στήσει τα αυτιά η γειτονιά. «Σέρρα». Ο Πυρρίχιος.
Οι άντρες μπαίνουν πρώτοι στον κύκλο. Ξυπόλητοι.
Τα πόδια χτυπάνε τη γη. Τακ-τακ-τακ.
Δεν είναι χορός.
Είναι όρκος. «Είμαι εδώ.
Δεν πέθανα. Ο Πόντος ζει». Μπαίνουν και οι γυναίκες.
Μαύρα μαντήλια, αλλά τα μάτια φωτιά.
Τα παιδιά κοιτάνε από τις πόρτες των παραγκών και μαθαίνουν.
Έτσι χορεύει ο Πόντιος: με την ψυχή όρθια.
Τα φανάρια τρεμοπαίζουν.
Η σκόνη σηκώνεται για 10 λεπτά δεν υπάρχουν πρόσφυγες.
Υπάρχουν μόνο Πόντιοι.
Όπως στον Πόντο.
Όπως πριν το 1922.
Όταν σταματάει η λύρα, πέφτει σιωπή.
Μετά ένας γέρος φωνάζει: «Ακόμα έναν!» και γελάνε, πρώτη φορά γελάνε από τότε που πάτησαν Ελλάδα. Αυτό τους έσωσε. Όχι το ψωμί. Η λύρα. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους