"Καλώ όποιον θέλει να διεκδικήσει την προεδρία να το κάνει ανοιχτά και άμεσα, όχι να χρησιμοποιεί δημοσιογράφους στα παρασκήνια. Θα είμαι ξανά υποψήφιος για να υπερασπιστώ τα συμφέροντα της Ρεάλ...
"Καλώ όποιον θέλει να διεκδικήσει την προεδρία να το κάνει ανοιχτά και άμεσα, όχι να χρησιμοποιεί δημοσιογράφους στα παρασκήνια.
Θα είμαι ξανά υποψήφιος για να υπερασπιστώ τα συμφέροντα της Ρεάλ Μαδρίτης και των μελών της και δεν φοβάμαι κανέναν!" Αν δει κανείς ιστορικά το τοπίο πριν από την εποχή του "Καρχαρία", οι προεδρικές εκλογές στη Ρεάλ δεν είχαν καμία σχέση με τη σημερινή εικόνα.
Ήταν αληθινές μάχες εξουσίας, με έντονο ανταγωνισμό, ισχυρές υποψηφιότητες και ανοιχτό αποτέλεσμα.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι εκλογές που ακολούθησαν την παραίτηση του Φ. Πέρεθ το 2006, όταν ο ίδιος είχε ήδη παραδεχθεί πως η πολιτική της συσσώρευσης αστέρων δεν αποτελούσε τελικά την ιδανική λύση για τον σύλλογο.
Τότε, για πρώτη φορά στην ιστορία της "βασίλισσας", κατέβηκαν πέντε διαφορετικοί υποψήφιοι για την προεδρία. Ο Ρ. Καλδερόν επικράτησε, αλλά με οριακή διαφορά: 8.344 ψήφοι έναντι 8.098 του Χ. Παλάσιος.
Και το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο ήταν ότι ούτε ο τρίτος, ο Β. Μιρ, απείχε ουσιαστικά από τη διεκδίκηση, αφού συγκέντρωσε 6.702 ψήφους.
Εκείνη η εκλογική αναμέτρηση έδειχνε τι σήμαινε κάποτε εσωτερικός ανταγωνισμός στη Ρεάλ: πραγματική σύγκρουση, όχι τυπική επιβεβαίωση μιας προαποφασισμένης συνέχειας.
Ο ίδιος ο Πέρεθ είχε ζήσει αυτή τη σκληρότητα του ανταγωνισμού και από τις δύο πλευρές.
Όχι μόνο στις αρχές του αιώνα, όταν ανέτρεψε τα δεδομένα απέναντι στον Λ. Σανθ, αξιοποιώντας τη θρυλική και αμφιλεγόμενη υπόθεση του Φίγκο, αλλά και πολύ νωρίτερα, το 1995, όταν ηττήθηκε από τον Ρ. Μεντόθα.
Τότε ο Μεντόθα είχε λάβει 15.203 ψήφους, έναντι 14.505 του Πέρεθ, ο οποίος δεν είχε ακόμη μετατραπεί στον απόλυτο κυρίαρχο του συλλόγου. "Ο Πέρεθ είπε καλά λόγια για μένα, αλλά ήξερα ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε ήδη επιβλέψει την πρόσληψη και την απόλυση εννέα προπονητών μέσα σε δώδεκα χρόνια.
Ήμουν σε εγρήγορση από την αρχή, γιατί αυτή είναι η φύση της δουλειάς.
Και, όπως φάνηκε κι από τις δηλώσεις του Πέρεθ αμέσως μετά την απόλυσή μου, η Ρεάλ Μαδρίτης δεν είναι σύλλογος στον οποίο ριζώνεις." Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτά τα λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον συγκρουσιακό ή πικραμένο πρώην εργαζόμενο του συλλόγου.
Ανήκουν στον Αντσελότι, ίσως τον πιο διπλωματικό άνθρωπο που πέρασε από τον πάγκο της Ρεάλ και, για πολλούς, τον πιο ελαστικό και προσαρμοστικό απέναντι στον ίδιο τον πρόεδρο.
Κι όμως, στο βιβλίο του "Quiet Leadership: Winning Hearts, Minds and Matches", που κυκλοφόρησε το 2016, άφησε στην άκρη αυτή τη διπλωματία και μίλησε με σπάνια καθαρότητα.
Η φράση του δεν αφορά μόνο τον Πέρεθ, ούτε μόνο τη γνωστή πίεση που συνοδεύει τον πάγκο της Ρεάλ, όπου όποιος δεν φέρνει τίτλους βρίσκεται διαρκώς με την πλάτη στον τοίχο.
Είναι μια βαθύτερη αλήθεια για τον ίδιο τον οργανισμό. Η Ρεάλ ήταν ανέκαθεν ένας σύλλογος σκληρός, απαιτητικός, σχεδόν αδηφάγος απέναντι σε πρόσωπα και κύκλους.
Δεν είναι τυχαίο ότι, με εξαίρεση τον ιστορικό Σ. Μπερναμπέου, που έμεινε στην προεδρία από το 1943 έως το 1978, κανένας άλλος πρόεδρος δεν παρέμεινε πάνω από δέκα χρόνια.
Ακριβώς επειδή ο Πέρεθ γνώριζε πολύ καλά αυτή την παράδοση αστάθειας, η επιστροφή του το 2009 δεν είχε ως μοναδικό στόχο να θαμπώσει ξανά τους Μαδριλένους με μεταγραφές, λάμψη και τίτλους.
Ο βαθύτερος στόχος ήταν άλλος: να εδραιώσει τη δική του θέση σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εξουσία του να μη στηρίζεται πια αποκλειστικά στην αποδοχή της εξέδρας.
Με άλλα λόγια, να αποκτήσει μια ισχύ που θα άντεχε ακόμη και όταν οι ίδιοι οι οπαδοί που τον αποθέωσαν στις περιόδους επιτυχίας θα στρέφονταν εναντίον του.
Να μπορεί, ακόμη κι όταν το "Σαντιάγο Μπερναμπέου" γεμίζει αποδοκιμασίες, ακόμη κι όταν ακούγονται σφυρίγματα και σηκώνονται λευκά μαντίλια, να στέκεται απέναντι σε αυτή τη δυσαρέσκεια και να λέει με ψυχρή βεβαιότητα: "Λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν πρόκειται να παραιτηθώ". Και πράγματι, τέτοιες σκηνές δεν είναι άγνωστες.
Το πρώτο μισό της σεζόν 2015-2016, όπως και σε άλλες στιγμές έντασης την τελευταία δεκαετία, το "Μπερναμπέου" έζησε συνθήκες ανοιχτής αμφισβήτησης προς το πρόσωπό του.
Ακούστηκαν συνθήματα υπέρ της αποχώρησής του, σηκώθηκαν λευκά μαντίλια, εκδηλώθηκε μια σαφής εσωτερική ρήξη.
Όμως ούτε όσοι αποδοκίμαζαν, ούτε οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες που ενδεχομένως θα ήθελαν να αξιοποιήσουν αυτή την οργή, κρατούσαν πραγματικά στα χέρια τους το κλειδί της ανατροπής.
Ο λόγος είναι απλός: ο Πέρεθ είχε ήδη φροντίσει να οχυρώσει το σύστημά του. "Δεν πρέπει να μπορεί κανείς να φτάνει στην εξουσία με ωραία λόγια.
Και δεν θέλω να υποπτεύομαι κανέναν, ούτε Άραβες σεΐχηδες ούτε Ρώσους, αλλά αυτό είναι δική μας υπόθεση." Το 2012, σε μια κίνηση απολύτως κομβική για την παγίωση της κυριαρχίας του, ο Πέρεθ προώθησε κρίσιμες αλλαγές στα κριτήρια υποψηφιότητας για την προεδρία του συλλόγου.
Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι επρόκειτο για "εσωτερική υπόθεση" της Ρεάλ και ότι ο σύλλογος έπρεπε να προστατευθεί από "ξένους" ή "εισβολείς", όπως περίπου τους παρουσίαζε.
Στην πράξη, όμως, οι αλλαγές αυτές δεν ενίσχυσαν απλώς τη θεσμική σοβαρότητα.
Ύψωσαν σχεδόν απαγορευτικό τείχος απέναντι σε κάθε πραγματικό αντίπαλο.
Η πρώτη αλλαγή προέβλεπε ότι ο υποψήφιος έπρεπε να είναι μέλος της Ρεάλ επί είκοσι συνεχόμενα χρόνια, δηλαδή πέντε περισσότερα από όσα ίσχυαν προηγουμένως.
Η δεύτερη, και πολύ σημαντικότερη, ήταν η υποχρέωση παροχής τραπεζικής εγγύησης ίσης με το δεκαπέντε τοις εκατό του προϋπολογισμού του συλλόγου.
Εκείνη την περίοδο το ποσό αυτό αντιστοιχούσε περίπου σε 83 εκατομμύρια ευρώ.
Σήμερα, δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, έχει ξεπεράσει κατά πολύ το διπλάσιο και αγγίζει περίπου τα 174 εκατομμύρια ευρώ.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία.
Με βάση την Ισπανική νομοθεσία, αυτή η εγγύηση μπορεί να καλυφθεί από ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Μπαρτσελόνα, όπου ο Ζ. Λαπόρτα στηρίζεται στη συνεισφορά εύπορων μελών του περιβάλλοντός του για να συγκροτηθεί η απαραίτητη εγγυοδοσία. Στη Ρεάλ, όμως, το καταστατικό απαιτεί ο ίδιος ο πρόεδρος να εγγυηθεί μόνος του ολόκληρο το ποσό.
Όχι συλλογικά, αλλά ατομικά.
Όχι ως ομάδα, αλλά ως πρόσωπο.
Με τόσο αυστηρούς και ουσιαστικά απαγορευτικούς όρους, ο Πέρεθ δεν διατήρησε την εξουσία του μόνο χάρη στις αδιαμφισβήτητες αθλητικές και οικονομικές επιτυχίες της διοίκησής του.
Τη διατήρησε και επειδή, πολύ απλά, το σύστημα διαμορφώθηκε έτσι ώστε να μην εμφανίζεται σχεδόν κανείς απέναντί του με ρεαλιστικές πιθανότητες συμμετοχής.
Γι’ αυτό και στις εκλογές του 2013, του 2017, του 2021 και του 2025 εξελέγη χωρίς αντίπαλο, ουσιαστικά άνευ αναμέτρησης.
Και όλα δείχνουν ότι το ίδιο μοντέλο μπορεί να αναπαραχθεί ξανά.
Όχι επειδή δεν υπάρχει δυσαρέσκεια.
Όχι επειδή δεν υπάρχουν διαφορετικές φωνές.
Αλλά επειδή η δυσαρέσκεια, από μόνη της, δεν αρκεί όταν οι θεσμικοί όροι της διεκδίκησης είναι χτισμένοι έτσι ώστε να αποκλείουν εκ των προτέρων τη σοβαρή αμφισβήτηση. Ο Πέρεθ έχει φυσικά κάθε δικαίωμα να καλεί όποτε θέλει σε εκλογές.
Το ίδιο δικαίωμα έχουν, βέβαια, και όσοι ακούν αυτές τις προσκλήσεις να χαμογελούν ειρωνικά.
Γιατί εδώ και χρόνια οι "εκλογές" της Ρεάλ είναι στην πραγματικότητα οι εκλογές του Πέρεθ: με τους δικούς του όρους, τα δικά του φίλτρα, τις δικές του ασφαλιστικές δικλίδες.
Ο λαός λέει πως "όποιος δεν φοβάται την τιμωρία, ξεπερνά τα όρια". Στη Ρεάλ, όμως, η κατάσταση μοιάζει ακόμη πιο περίπλοκη.
Γιατί εκείνος που κρατά τη δύναμη της επιβολής, εκείνος που ορίζει τους κανόνες και τα όρια του παιχνιδιού, είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ωφελημένος από αυτούς.
Και ίσως γι’ αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος εκείνη η φράση που του αποδίδεται: "Νομίζουν ότι μπορούν να με βγάλουν από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να με σκοτώσουν."
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους