— Λες ψέματα… Η φωνή της Ελεάννας έτρεμε όταν είδε το σμαραγδένιο μενταγιόν στον λαιμό της υπηρέτριας. Το πολυτελές υπνοδωμάτιο έλαμπε κάτω από το ζεστό φως των κρυστάλλινων λαμπτήρων. Οι καθρέφτες...
— Λες ψέματα… Η φωνή της Ελεάννας έτρεμε όταν είδε το σμαραγδένιο μενταγιόν στον λαιμό της υπηρέτριας.
Το πολυτελές υπνοδωμάτιο έλαμπε κάτω από το ζεστό φως των κρυστάλλινων λαμπτήρων.
Οι καθρέφτες αντανακλούσαν χρυσές λάμψεις, κάνοντας τα πάντα να μοιάζουν σαν σκηνή από μια τέλεια ζωή.
Μόνο που τίποτα εδώ δεν ήταν πραγματικά τέλειο.
Ιδίως εκείνο το κορίτσι με τη μαύρη και λευκή στολή.
Στεκόταν σιωπηλή κοντά στην πόρτα, με τα μάτια χαμηλωμένα, σαν να είχε μάθει από μικρή να γίνεται αόρατη. Η Ελεάννα Καρρά φορούσε αργά τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της μπροστά στον καθρέφτη όταν πρόσεξε μια πράσινη λάμψη κοντά στον γιακά της υπηρέτριας. — Τι είναι αυτό που φοράς;… Η καρέκλα σύρθηκε απότομα στο πάτωμα. Η Ελεάννα πετάχτηκε όρθια και άρπαξε την αλυσίδα.
Ανάμεσά τους αιωρήθηκε ένα σμαραγδένιο μενταγιόν.
Και εκείνη τη στιγμή το πρόσωπό της άδειασε από χρώμα. — Όχι… αυτό είναι αδύνατον… Η υπηρέτρια έκανε ένα βήμα πίσω τρομαγμένη. — Δεν το έκλεψα, κυρία… — Τότε από πού το πήρες; Το κορίτσι έσφιξε νευρικά τα δάχτυλά του. — Μου το έδωσαν στο ορφανοτροφείο… Η αδελφή Αγάπη είπε πως ήταν το μόνο πράγμα που άφησαν οι γονείς μου… Το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή.
Τόσο βαθιά, που ακουγόταν μόνο η βροχή έξω από τα παράθυρα. Η Ελεάννα πλησίασε αργά ένα παλιό ντουλάπι και έβγαλε ένα μικρό βελούδινο κουτί που είχε κρατήσει κλειδωμένο για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Τα χέρια της έτρεμαν.
Μέσα υπήρχε ένα δεύτερο μενταγιόν.
Ακριβώς ίδιο.
Το ίδιο σμαράγδι.
Η ίδια χάραξη.
Το ίδιο μυστικό που είχε θαφτεί στο παρελθόν.
Τα δύο μενταγιόν έλαμψαν δίπλα-δίπλα σαν δύο κομμάτια της ίδιας ζωής.
Η ανάσα της Ελεάννας κόπηκε.
Πριν από είκοσι δύο χρόνια είχε γεννήσει δίδυμα κορίτσια.
Αλλά οι γιατροί της είπαν πως το ένα μωρό πέθανε.
Δεν της επέτρεψαν ποτέ να το κρατήσει στην αγκαλιά της.
Μέχρι τώρα.
Η υπηρέτρια ψιθύρισε: — Αυτό ήταν το μόνο που είχα από την οικογένειά μου… Τα μάτια της Ελεάννας γέμισαν δάκρυα. — Τότε εσύ είσαι… Δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Η πόρτα του υπνοδωματίου άνοιξε απότομα.
Στο κατώφλι στεκόταν ο σύζυγός της. Ο Ανδρέας.
Το βλέμμα του έπεσε στο σμαραγδένιο μενταγιόν… και όλο το χρώμα χάθηκε από το πρόσωπό του. — Θεέ μου… — ψιθύρισε.
Και τότε η Ελεάννα κατάλαβε κάτι τρομακτικό.
Ο άντρας της ήξερε την αλήθεια.
Συνέχεια 👇 . Σχολιάστε με τη φράση «ΣΥΝΕΧΕΙΑ» ή «ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ» παρακάτω και θα σας στείλω αμέσως το επόμενο μέρος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους