[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social ανά κατηγορία
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

– «Μα πώς γίνεται να φτάσεις τόσο χαμηλά; Κορίτσι μου, δε ντρέπεσαι; Έχεις σώα τα χέρια και τα πόδια, γιατί δεν δουλεύεις;» λέγανε στη ζητιάνα με το μωρό. Η κυρία Αργυρώ Παπαδημητρίου περπατούσε αργά...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

– «Μα πώς γίνεται να φτάσεις τόσο χαμηλά; Κορίτσι μου, δε ντρέπεσαι; Έχεις σώα τα χέρια και τα πόδια, γιατί δεν δουλεύεις;» λέγανε στη ζητιάνα με το μωρό.

Η κυρία Αργυρώ Παπαδημητρίου περπατούσε αργά ανάμεσα στα ράφια ενός μεγάλου σούπερ μάρκετ της Αθήνας, χαζεύοντας τις πολύχρωμες συσκευασίες.

Ερχόταν εδώ κάθε απόγευμα, λες κι έπιανε βάρδια.

Δεν χρειαζόταν πολλά ψώνια – μεγάλη οικογένεια δεν είχε πια.

Έτσι, η ηλικιωμένη κυρία έβρισκε παρηγοριά ανάμεσα στα φώτα και την κίνηση του μαγαζιού, μια μικρή απόδραση απ’ τη μοναξιά της.

Το καλοκαίρι μπορούσε να κάνει παρέα με τις γειτόνισσές της στα παγκάκια.

Μα, μόλις έμπαινε ο χειμώνας, δεν είχε άλλη επιλογή.

Είχε αγαπήσει τις βόλτες της στον καινούργιο σουπερμάρκετ, εκεί που μοσχοβολούσε ελληνικός καφές, η μουσικούλα έπαιζε διακριτικά κι ο κόσμος πήγαινε κι ερχόταν.

Κρατούσε στα χέρια ένα γιαούρτι με φράουλα, μισάνοιγε τα μάτια για να διαβάσει τη φίρμα και τα συστατικά, αλλά το άφηνε πάλι στο ράφι – δεν έβγαινε το πορτοφόλι για τέτοιες πολυτέλειες.

Όμως, το να τα βλέπει έφερνε μια γλύκα στην ψυχή της.

Τα χρώματα, τα εμπορεύματα, όλα της ξυπνούσαν μνήμες.

Θυμήθηκε τις ουρές στα παντοπωλεία κάποτε, τις πωλήτριες να προσπαθούν να βάλουν τάξη, τα μπεζ πακέτα που έβαζαν τα ψώνια της παλιάς εποχής.

Χαμογέλασε νοσταλγικά, θυμούμενη πώς μεγάλωνε την κόρη της.

Για να τη χαροποιήσει, η κυρία Αργυρώ στεκόταν όσο ώρα να χρειαστεί στην ουρά.

Οι σκέψεις για τη μικρή της έκαναν την καρδιά της να σφίγγεται και τα βήματά της να βαραίνουν.

Σταμάτησε δίπλα στα καταψυγμένα ψάρια, στήριξε το χέρι της στο ψυγείο.

Ένα γελαστό κοριτσίστικο πρόσωπο, με κόκκινα σγουρά μαλλιά και άπειρες φακίδες στο πρόσωπο, της ήρθε στο νου. Η Μαρίνα της, το παιδί της, που ήταν κάποτε όλη της η χαρά. «Τι όμορφη που ήταν...» σκέφτηκε με μια πίκρα.

Ένιωσε το βλέμμα της υπαλλήλου να τη διαπερνά, πλησίασε τα ψωμιά. Η Μαρίνα της ήταν έξυπνο κορίτσι.

Όταν κατάλαβε ότι δε βρίσκει την ευτυχία στη δουλειά, επέλεξε να γίνει παρένθετη μητέρα – μάταια της έλεγε η κυρία Αργυρώ ότι αυτά δεν έχουν καλό τέλος.

Αλλά στα είκοσι, ποια κόρη ακούει μάνα; Αν ζούσε ο άντρας της, όλα μπορεί να 'ταν αλλιώς.

Πώς όμως άφησαν – αυτοί οι άγνωστοι – μια κοπέλα να εμπλακεί σ’ αυτά; Η Μαρίνα γελούσε και χάιδευε την κοιλιά της.

Η μάνα ανησυχούσε.

Πώς θα δώσεις ένα παιδί που κουβαλάς εννιά μήνες; «Το σκέφτομαι ήδη σαν χρήματα, όχι σαν παιδί», της απαντούσε η Μαρίνα.

Τα πράγματα όμως ήρθαν στραβά: δύσκολος τοκετός, η Μαρίνα δεν τα κατάφερε.

Το μωρό παραδόθηκε απευθείας στους γονείς που το ήθελαν και δεν πλήρωσαν τίποτα στην Αργυρώ – άλλωστε με την κόρη της είχαν συνεννοηθεί. Η Αργυρώ έμεινε πάλι μόνη, δίχως συγγενείς.

Κι η μοναξιά πια της φαινόταν πιο εύκολη από τα βάσανα.

Κάθε που έπαιρνε το ψωμί της, μετρούσε τα λίγα της λεφτά, σκέφτονταν πως αυτά φτάνουν.

Eπόμενη στάση το ταμείο – σήμερα αρκετά έζησε, ώρα για επιστροφή.

Τη ζητιάνα τη θυμόταν να κάθεται απ’ την πρώτη κιόλας βδομάδα που άνοιξε το μαγαζί, σχεδόν ένα μήνα πριν.

Νεαρή, ακούνητη, μες στη θλίψη – και πόσο προσεχτικά κράταγε το μωρό της στ’ αγκαλιά! Η Αργυρώ ένιωσε κάτι να την τραβάει. «Πώς κατάντησες έτσι;» σκέφτηκε, πλησιάζοντάς τη. Έριξε μερικά κέρματα στο κουτί και της μίλησε χαμηλόφωνα: «Κοπέλα μου, όλα σου τα μέλη μια χαρά, γιατί δεν δουλεύεις; Τόσο νέα είσαι ακόμα, μπορείς να δουλέψεις». Η νεαρή γυναίκα δεν είπε να διαφωνήσει, μόνο χαμήλωσε το κεφάλι.

Δύο περαστικοί βιάστηκαν να προσπεράσουν. «Ευχαριστώ για τα λεπτά, αλλά έχω πρόβλημα... πρέπει να μαζέψω περισσότερα, αλλιώς θα ’χω μπλεξίματα», μουρμούρισε. Η Αργυρώ κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να βοηθήσει – και πως όλοι την είχαν συνηθίσει εκεί, κανένας δεν ασχολιόταν μαζί της.

Όλο το δρόμο για το σπίτι σκεφτόταν τη μικρή ζητιάνα.

Τα μάτια της θύμιζαν κάτι γνώριμο, κι ας μην ήξερε τι ακριβώς.

Πήγε σπίτι, άφησε τα ψώνια, έβαλε τσάι γλυκό να πιει με λίγο ψωμί και μορταδέλα. «Θεέ μου, πώς αντέχει το κρύο; Με ένα μωρό στην αγκαλιά; Χριστιανή μου... τι τραβάει;» αναρωτήθηκε καθώς έτρωγε.

Γύρισε στο παράθυρο.

Κι εκεί, προς το βράδυ, είδε δύο άντρες να μιλάνε άσχημα στη ζητιάνα και σχεδόν να τη σέρνουν προς το αμάξι.

Ήθελε να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία – μα φοβόταν μην της κάνει χειρότερα.

Όταν έφυγαν, δεν ξαναφάνηκε κανείς.

Πέρασε δύσκολη νύχτα, με σκέψεις γύρω από το παιδί και τη μητέρα του.

Τα ξημερώματα την πήρε ο ύπνος κι είδε όνειρο – τη Μαρίνα, να στέκεται στην πόρτα του σούπερ μάρκετ με το μωρό.

Το παιδάκι ήταν κρύο, κι η Αργυρώ το έσφιγγε να το ζεστάνει. Η Μαρίνα όμως της έλεγε «Μαμά μου, εγώ δεν κρυώνω». Ανοίγοντας το σκεπάσμα, η Αργυρώ αντίκρισε μια μεγάλη κούκλα με ένα μενταγιόν στο λαιμό. «Το ξέρω αυτό το μενταγιόν...» μουρμούρισε και ξύπνησε με ταχυκαρδία.

Ώρα εννιά πια.

Τρέχει στο παράθυρο, κι ευτυχώς βλέπει το ίδιο κορίτσι στη θέση της, έξω από το σούπερ μάρκετ. «Δόξα τω Θεώ!» έκανε τον σταυρό της.

Είχε μεγάλη παγωνιά – παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Η κοπέλα στεκόταν εκεί για ώρα. Η Αργυρώ ετοίμασε γρήγορα ψωμοτύρια, έβαλε ζεστό τσάι με μέλι σε θερμός και ντύθηκε καλά.

Η νέα κοπέλα μόλις την είδε, προσπάθησε διακριτικά να κρύψει το σημάδι στο πρόσωπο. «Μην ανησυχείς, ήρθα μόνο να σου δώσω κάτι να φας» της λέει.

Το κορίτσι την ευχαρίστησε και άπλωσε το χέρι της για το φαγητό, σχεδόν το καταβρόχθισε από την πείνα. «Έτσι θα κρατήσουμε μέχρι τις επτά, μετά θα με μαζέψουν», της ψέλλισε χαμηλόφωνα. Η Αργυρώ όλη μέρα κοίταζε το θερμόμετρο έξω – το κρύο πύκνωνε.

Λίγο πριν νυχτώσει, ετοίμασε και λίγο σπιτικό φασολάκι στη γάστρα, το έβαλε σε βαζάκι κι έτρεξε να το αφήσει δίπλα της, με ακόμη λίγα ψιλά.

Μετά μπήκε να προλάβει τις αγορές για το γιορτινό τραπέζι – λίγο σαλάμι, κάτι ελιές κι έναν κυπρίνο για το φούρνο – για να φτιάξει μια απλή αλλά ζεστή Πρωτοχρονιά.

Βγαίνοντας, δε βρήκε τη ζητιάνα στη θέση της. «Θα τρώει κάπου μέσα» σκέφτηκε και χαμογέλασε ήσυχη.

Το βράδυ, ενώ ετοίμαζε το τραπέζι, ξανακοίταξε έξω.

Η φιγούρα ήταν πάλι εκεί, μόνο που τούτη τη φορά το κορίτσι έκλαιγε γοερά. Η Αργυρώ δεν άντεξε – άρπαξε το μάλλινο σάλι της και, όπως κι ήταν με τις παντόφλες, κατέβηκε γρήγορα έξω.

Έκατσε δίπλα της λαχανιασμένη. «Δεν έχω πού να πάω...», της είπε η νεαρή γυναίκα, η φωνή της ραγισμένη.

Τα μάτια της έψαχναν ελπίδα. «Κρατήστε το μωρό... σας παρακαλώ», της έδωσε το κουβάρι με το παιδί κι απομακρύνθηκε αργά, προς τη λεωφόρο. Η Αργυρώ τα ’χασε.

Κατάλαβε τι σκεφτόταν το κορίτσι.

Σηκώθηκε με κόπο και την πρόλαβε. «Έλα, παιδί μου, δεν θα κάνεις τέτοια! Έλα μαζί μου!», της φώναξε και την τράβηξε προσεκτικά προς την πολυκατοικία της.

Στο ζεστό διαμέρισμα, άναψε τη θερμάστρα, έβγαλε το παλτουδάκι του μωρού να το ζεστάνει και κοίταξε την κοπέλα: «Πώς σε λένε;» Πριν προλάβει να απαντήσει όμως η μικρή, ένα ασημένιο μενταγιόν με αρκουδάκι στη λαιμόκοψη έλαμψε.

Η κοπέλα το πρόσεξε. «Αυτό είναι ό,τι έχω από τη μάνα μου», ψιθύρισε. Η Αργυρώ ένιωσε ηλεκτροσόκ – το μενταγιόν της Μαρίνας! Εκείνο που της είχε χαρίσει στα δεκαέξι της, όταν δύσκολα τα ’βγαζαν βόλτα.

Το ‘χε πάει στον χρυσοχόο, πούλησε μια καρφίτσα για να πάρει αλυσίδα γι’ αυτό το μενταγιόν... «Να κάνω λίγο ένα ντουζάκι;», ρώτησε η κοπέλα διστακτικά. Η Αργυρώ έγνεψε «ναι», πήγε να πιει βαλεριάνα να συνέλθει. «Δεν μπορεί... Αυτή η κοπέλα είναι το εγγονάκι μου.

Μ’ εκείνο το όνομα που ζήτησαν οι γονείς του παιδιού τότε...», σκεφτόταν.

Τότε άνοιξε την πόρτα η κοπέλα. «Αλεξάνδρα!», της φώναξε ξαφνικά, τάχα τυχαία.

Η άλλη σάστισε. «Πώς το ξέρετε;» Η Αργυρώ κούνησε το χέρι νευρικά, «Κάπου το άκουσα βρε παιδάκι μου... κάτσε να φας». Μα ναι! Αυτό το όνομα είχαν επιλέξει για τη μικρή που κυοφορούσε η Μαρίνα... Η Αλεξάνδρα άρχισε να τρώει λαίμαργα, βαθιά ευγνώμων, και σιγά-σιγά άνοιξε την καρδιά της.

Μέχρι τα πέντε χρόνια ζούσε με τους δικούς της, είχε μέχρι και πόνυ. Ύστερα οι γονείς χώρισαν,… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences