[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Βράδυ, την ώρα που ένα περίεργο ψάρι στρογγυλό, χρώμα καφέ ανοιχτό, με μάτια πολύ μικρά πηγαινοέρχεται και συνομιλεί μαζί μου, ανάμεσα στα σχοινιά μιας βάρκας που έριξε άγκυρα. Αυτήν την ώρα πέρασε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Βράδυ, την ώρα που ένα περίεργο ψάρι στρογγυλό, χρώμα καφέ ανοιχτό, με μάτια πολύ μικρά πηγαινοέρχεται και συνομιλεί μαζί μου, ανάμεσα στα σχοινιά μιας βάρκας που έριξε άγκυρα.

Αυτήν την ώρα πέρασε από δίπλα μου αυτός που με οδήγησε στις φυλακές. « Αν δεν φύγεις». «Μα τι ανόητος που είσαι του είπα, εγώ έχω φύγει εδώ και χρόνια». Τον είδα κουτσαίνοντας να απομακρύνεται και σιχάθηκα όλους τους κουτσούς της καρδιάς.

Κυριακή 10 Απριλίου 2026.

Και έτσι στα ξαφνικά, έρχεται στη μνήμη, αυτό το γράμμα Κ επάνω στο χέρι σου.

Κάτι σαν σφραγίδα που σε ακολούθησε σε όλη σου τη ζωή.

Κι εγώ υπερήφανος ακόμη περισσότερο για σένα.

Στάθηκες δίπλα μας βράχος, μέχρι και την τελευταία σου πνοή.

Εγώ όμως δεν στάθηκα. « Άνοιξε τα μάτια σου». Προσπάθησες αλλά δεν μπόρεσες, ή μάλλον μπόρεσες, αλλά κάτι άλλο θα έγινε, μάλλον η μνήμη έσβησε από πάνω σου.

Και σκέφτηκα, και είπα « δεν με γνωρίζει». Και πάλι μπροστά μου τα λόγια σου όταν τότε έλεγες, ακούγοντας μόνο τα βήματά μου στην εξώπορτα, «Εσύ είσαι, σε γνώρισα». Μεσάνυχτα, τότε που δούλευαν τα μάτια σου, με ακολουθούσες μέχρι το Σταθμό των τρένων, με κάτι παντόφλες στραβοπατημένες.

Τότε έβλεπες.

Μετά το φως έφυγε.

Και πάλι τα λόγια σου μπροστά μου, « δεν βλέπω». Αλλά ας σταθούμε πιο πολύ στο γράμμα Κ. Ένα γράμμα που κράτησε η μεγάλη Κατίνα Παξινού.

Ούτε κατά διάνοια δεν σκέφτηκε να πει, « το όνομά μου είναι Κατερίνα ή Αικατερίνη.» Απλά και λαϊκά, σκέτο Κατίνα.

Ψώνιζες με δόσεις, και θυμάμαι όταν ερχόταν αυτός να πάρει χρήματα με το τετράδιο των βερεσέ, φώναζε, « Κατινάκι, Κατινάκι». Ώρα 5.43, σε λίγο θα φύγω για τον Φ.Ο.Μ. έχοντας στα χέρια μου εσένα. Γίνεται; Και βέβαια γίνεται, ο καθένας από μας, με την σκέψη φέρνει το χρόνο πίσω, και αγαπημένα πρόσωπα στέκονται μπροστά μας.

Με λίγα λόγια εμείς οι ίδιοι μπορούμε και ανασταίνουμε ανθρώπους που στάθηκαν στήριγμα στη ζωή μας, που δεν μας πρόδωσαν όπως τώρα τελευταία συνηθίζεται, με αυτόν τον Ιούδα κάθε στιγμή να δίνει το παρόν σε αίθουσες, σε διαδρόμους, σε λιμάνια, σε πόλεις, σε χωριά.

Κατά τα άλλα δεν έγινε και κάτι.

Και φυσικά δεν έγινε, αφού σε αυτούς τους ανθρώπους αγράμματους λείπει η παιδεία.

Πάνω από όλα το συμφέρον. « Δεν περνάω καλά». Κι εγώ ρωτάω τι σημαίνει αυτή η φράση; Σκοτεινή έννοια, αφού όλα είναι σκοτεινά.

Δηλαδή εσύ πότε θα περνούσες καλά; Ερωτήματα που χρήζουν απάντησης ανάλογα με τι μυαλό κουβαλάει ο καθένας.

Σε λίγο θα φύγω.

Σε κουβαλάω στα χέρια μου.

Γιατί ήσουν η μόνη που έκλαψε για μένα.

Όλοι οι άλλοι άνθρωποι είναι άγνωστοι και ξένοι, ο Ιούδας μέσα τους, τους τρώει τα σωθικά, κάτι σαν αυτή τη γυναίκα στα δωμάτια, « δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις.» Για το μόνο όμως που λυπάμαι, είναι ότι δεν σε αγάπησα όσο έπρεπε. «Κάθε βράδυ, σχεδόν κάθε βράδυ την ώρα που ταξιδεύω σε άλλους κόσμους φοράω τα μάτια της μητέρας, καστανά σαν τον καστανιώνα στην Αγιάσο, μελιά σαν το μέλι που κάνουν οι μέλισσες, σαν το χρώμα του άγνωστου κόσμου, που πάντα ονειρεύομαι ότι θα πάω.

Φοράω τα μάτια της μητέρας και βρίσκομαι στα πεζοδρόμια, εκεί που όλοι κάτι πουλάνε, μα περισσότερο τη ψυχή τους.

Φοράω τα μάτια της μητέρας, φοράω τα μάτια μου, και βρίσκομαι απέναντι σε αυτόν που με τις κάθετες γραμμές με οδήγησε σε λευκά κελιά.

Φοράω τα μάτια της μητέρας, φοράω τα μάτια μου και λέω, « ζω σε πραγματικό ή μη πραγματικό κόσμο;» Τέλος πάντων, αυτά δεν έχουν σημασία σημασία έχουν τα λόγια της γυναίκας που επί πληρωμή πλάγιασε μαζί μου, « Νομίζω πως έχεις τέσσερα μάτια». Και κείνο το βράδυ θυμάμαι πως έφυγα βιαστικά μπήκα στο δωμάτιο 7 κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και μαζί με την μητέρα κλάψαμε για την αδικία του κόσμου.» Ώρα 8 βράδυ βρίσκομαι στην αίθουσα του Φ.Ο.Μ στην Μυτιλήνη στην Ερμού.

Μια πολύ όμορφη εκδήλωση για τη γιορτή της μητέρας με απαγγελίες ποιημάτων, θεατρικά σκετς και μουσική.

Και είπε ο Μάκης ο Βενέτας, « εμείς εδώ παράγουμε πολιτισμό». Και καθώς βγαίνω από την αίθουσα αργά το βράδυ, μια κυρία με πλησιάζει και μου λέει, πίσω από τα γυαλιά σου διέκρινα ότι είχες τέσσερα μάτια.

Την ευχαρίστησα για τα καλά της λόγια και πήρα το δρόμο της επιστροφής έχοντας στη μνήμη το στρογγυλό αυτό ψάρι στο μικρό μας λιμανάκι που έψαχνε κάτι να βρει ανάμεσα στις βάρκες και στις άγκυρες. Άγγελος Φωτιάδης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences