Δεν μπορεί πια να βγάζει κέρδη όπως παλιά το κεφάλαιο κι έτσι επιστρέφει στα πιο στοιχειώδη, στη στέγη, στην ενέργεια, στο φαγητό, στα ίδια τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε...
Δεν μπορεί πια να βγάζει κέρδη όπως παλιά το κεφάλαιο κι έτσι επιστρέφει στα πιο στοιχειώδη, στη στέγη, στην ενέργεια, στο φαγητό, στα ίδια τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής.
Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε μια σχετική δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας, τώρα εγκαθίσταται ένα καθεστώς μόνιμης επισφάλειας που σακατεύει κυρίως τους νέους, μετατρέποντάς τους σε φθηνό, ανακυκλώσιμο και διαρκώς πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό.
Η κρίση δεν διαχειρίζεται πια μόνο την εργασία, αλλά και την ίδια την επιβίωση.
Δεν υπάρχει πια ούτε μια σπιθαμή εκείνου του ιδιόρρυθμου κράτους πρόνοιας που κάποτε σου ψιθύριζε «πάρε το χαρτί, οποιοδήποτε χαρτί, κι όλο και κάπου θα μπεις». Μόνο μια ατελείωτη εντατικοποίηση του ανταγωνισμού, μια διαρκής πίεση να αποδείξεις πως αξίζεις να υπάρχεις μέσα σε μια αγορά που σε θεωρεί πλεονάζον πριν καν ενηλικιωθείς.
Κι έτσι η δομική αποτυχία του ίδιου του συστήματος μεταφράζεται σιγά-σιγά σε προσωπική ενοχή.
Εσωτερικεύεις ότι είσαι άχρηστος όχι ως αποτέλεσμα της διάλυσης της κοινωνικής προστασίας, της απορρύθμισης της εργασίας και της ταξικής βίας, αλλά ως ατομική αποτυχία.
Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, δυο 17χρονα παιδιά αυτοκτονούν κι αμέσως ξεκινά η γνώριμη χορωδία ενοχοποίησης και η γνωστή καραμέλα της ατομικής ευθύνης: «πού ήταν οι γονείς», «τι δεν πρόσεξαν». Λες και η απόγνωση γεννιέται σε κοινωνικό κενό.
Λες και μπορείς να μεγαλώνεις μέσα σε έναν κόσμο που διαλύει κάθε έννοια μέλλοντος χωρίς αυτό να αφήνει σημάδια πάνω στο σώμα και τη σκέψη.
Να μη γελιόμαστε.
Η αδυναμία κοινωνικής πραγμάτωσης είναι κάτι που φύτεψε σχεδόν σε όλους μας, κάποια στιγμή, τη σκέψη να φουντάρουμε στο κενό.
Αν κάτι έσωσε πολλούς από εμάς, δεν ήταν η «ανθεκτικότητα», ούτε η οικογένεια, αλλά η συλλογικοποίηση της απόγνωσης.
Οι κοινότητες που χτίσαμε από τα κάτω, οι φιλίες, οι καταλήψεις, τα fanzines, οι συναυλίες, οι δρόμοι.
Ακόμη και ο Δεκέμβρης του 2008 ήταν μια ηχηρή ιαχή απέναντι στο κοινωνικό τέλμα, μια άρνηση να πεθάνουμε σιωπηλά.
Σήμερα όμως οι ταράτσες των πόλεων αρχίζουν να θυμίζουν σκηνές αρχαίας τραγωδίας.
Σαν τον Αίαντα του Σοφοκλή που, ανήμπορος να αντέξει την κατάρρευση του κόσμου του και την ατίμωση, σαυτοκτόνησε πέφτοντας πάνω στο σπαθί του.
Μόνο που τώρα η ατίμωση λέγεται επισφάλεια, μοναξιά, ανύπαρκτο μέλλον.Ένα κράτος που δεν επενδύει στην υγεία, στην παιδεία, στην κατοικία, αλλά σε αντιμετωπίζει σαν αριθμό.
Χρήσιμο όσο παράγεις, αναλώσιμο μόλις περισσέψεις.
Μόνο που πια ούτε καν οι ίδιες οι συνθήκες παραγωγής δεν υπάρχουν για όλους.
Μια ολόκληρη γενιά εκπαιδεύεται διαρκώς για μια θέση που δεν θα έρθει ποτέ, στοιβάζεται σε κύκλους επισφάλειας, internships, part-time δουλειές και μισθούς επιβίωσης, κουβαλώντας διαρκώς την ενοχή ότι δεν προσπάθησε αρκετά.
Σαν να σου αφαιρούν πρώτα το έδαφος κάτω από τα πόδια και μετά να σε κατηγορούν που δεν μπορείς να σταθείς όρθιος.
Όντας πλέον «ακριβή» η κοινωνική τους αναπαραγωγή, ολόκληρες γενιές αντιμετωπίζονται ως πλεονάζοντες πληθυσμοί, ως ανθρώπινα απόβλητα μιας δήθεν ανάπτυξης.
Από τον πάτο της Πύλου μέχρι τα Τέμπη και το Μάτι, ο θάνατος έγινε βαθιά πολιτική υπόθεση.
Σαν κρέας στην κιμαδομηχανή της Ελλάδος 2.0, σπουδές, διδακτορικά, μεταδιδακτορικά και στο τέλος, ο πάτος της επισφάλειας και της ταξικής βίας κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό, ανοιχτό σαν στόμα ή σαν πληγή που δεν κλείνει. Γιατί κάποτε έχουμε υπάρξει αυτά τα δύο κορίτσια.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους