Το συνέδριο ενός μεγάλου κόμματος μοιάζει κάποτε με εκείνες τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες όπου όλοι χαμογελούν ενώ το σπίτι έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει. Τα φώτα ανάβουν. Οι σημαίες ανοίγουν...
Το συνέδριο ενός μεγάλου κόμματος μοιάζει κάποτε με εκείνες τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες όπου όλοι χαμογελούν ενώ το σπίτι έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει.
Τα φώτα ανάβουν.
Οι σημαίες ανοίγουν.
Τα συνθήματα απλώνονται σαν καθαρά σεντόνια πάνω από σώμα που κρυώνει. «2030». «Σταθερότητα». «Μαζί». Ωραίες λέξεις. Λείες. Προσεκτικές.
Λέξεις φτιαγμένες για να μη σκοντάφτει επάνω τους κανείς.
Και όμως, κάτω από τις οθόνες και τα χειροκροτήματα, ακούγεται εκείνος ο παλιός μεταλλικός ήχος που κάνουν τα πράγματα όταν κουράζονται να προσποιούνται πως είναι ακόμη ζωντανά.
Γιατί τα κόμματα δεν γεννιούνται μόνο από προγράμματα και οργανωτικά σχήματα.
Γεννιούνται από μια βαθύτερη ανάγκη να δοθεί μορφή σε έναν φόβο, σε μια ιστορική αγωνία, σε ένα αίσθημα συνέχειας που ζητά πολιτικό σώμα για να σταθεί.
Και κάποτε αυτό το ιστορικό σώμα της παράταξης είχε μέσα του αληθινή δραματικότητα.
Είχε δεσμούς, πληγές, αφοσιώσεις, ενοχές, μνήμες που δεν λέγονταν πάντοτε καθαρά, αλλά δούλευαν στο βάθος σαν υπόγεια νερά.
Τώρα όμως όλο και περισσότερο μοιάζει με μηχανή που έμαθε να λειτουργεί χωρίς να αισθάνεται.
Και η μηχανή είναι ψυχρό πράγμα.
Δεν πονά.
Δεν θυμάται.
Δεν αγαπά.
Απλώς επαναλαμβάνει κινήσεις.
Γι’ αυτό όταν αρχίζει η μεγάλη συζήτηση για τη «συσπείρωση», να ξέρεις πως κάτι ήδη έχει σπάσει.
Όταν ακούς για «επανεκκίνηση», «φυγή προς τα εμπρός», «θεματικές ενότητες» και «οδικό χάρτη για το μέλλον», να ξέρεις πως κάπου βαθιά υπάρχει κόπωση.
Γιατί οι ζωντανοί οργανισμοί δεν μιλούν αδιάκοπα για τη ζωή τους. Ζουν.
Μόνο ό,τι φοβάται τον θάνατο αρχίζει να περιγράφει τόσο πολύ την επιβίωσή του.
Και το παράξενο εδώ είναι πως μέσα στο ίδιο το συνέδριο ακούστηκε η πιο αληθινή λέξη απ’ όλες: ψυχή. «Η παράταξη έχασε την ψυχή της». Βαριά φράση.
Σχεδόν επιτάφια.
Γιατί όταν ένα πολιτικό σώμα αρχίζει να αναζητά δημόσια την ψυχή του, σημαίνει πως έχει καιρό να τη συναντήσει.
Στο σημερινό συνέδριο της ΝΔ, ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς, δύο πρώην πρόεδροι του κόμματος και πρωθυπουργοί, θα απουσιάζουν από την αίθουσα, αλλά θα βαραίνουν περισσότερο από τους παρόντες.
Αυτό είναι το φοβερό με την πολιτική.
Οι απόντες μερικές φορές μιλούν δυνατότερα από τους ζωντανούς.
Και εκεί, μέσα στις άδειες θέσεις, φαίνεται καθαρά το ρήγμα του ιστορικού σώματος της παράταξης.
Από τη μία η ανάγκη της κανονικότητας, της συνέχειας, της σταθερής ευρωπαϊκής εικόνας.
Από την άλλη κάτι βαθύτερο, πιο εθνικό, πιο τραυματισμένο, που δεν χωρά εύκολα μέσα στις λείες λέξεις του σύγχρονου πολιτικού marketing.
Δύο κόσμοι που συνυπάρχουν ακόμη κάτω από την ίδια σημαία, αλλά κοιτάζονται όλο και πιο δύσκολα στα μάτια.
Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Στέκεται στο κέντρο αυτής της σκηνής σαν άνθρωπος που προσπαθεί να κρατήσει όρθιο ένα οικοδόμημα την ώρα που αλλάζει το βάρος του κόσμου.
Μιλά για σταθερότητα μέσα σε εποχή που όλα τρίζουν.
Για συνέχεια μέσα σε κοινωνία κουρασμένη.
Για τρίτη τετραετία μέσα σε λαό που δυσκολεύεται πια να πιστέψει βαθιά σε οτιδήποτε.
Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.
Η εξουσία φθείρει πρώτα τη γλώσσα.
Οι ίδιες λέξεις επαναλαμβάνονται τόσες φορές ώστε κάποτε αδειάζουν από αίμα.
Και τότε αρχίζει ο μεγάλος κίνδυνος: να συνεχίζει το σώμα να μιλά ενώ η φωνή έχει χαθεί.
Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν είναι αν δουλεύουν ακόμη οι κομματικές μηχανές.
Οι μηχανές πάντα βρίσκουν τρόπο να δουλεύουν.
Το πρόβλημα είναι αν υπάρχει ακόμη άνθρωπος πίσω από τη μηχανή.
Αν υπάρχει πίστη πίσω από την πειθαρχία.
Αν υπάρχει αφή πίσω από την εικόνα.
Γιατί η πολιτική χωρίς ανθρώπινη αφή γίνεται σιγά-σιγά κάτι τρομακτικό: μια καθαρή διαχείριση σωμάτων, φόβων και ποσοστών.
Και τότε ο λαός παύει να αισθάνεται πως συμμετέχει σε κοινή μοίρα.
Αρχίζει απλώς να παρακολουθεί.
Κάποτε οι μεγάλες παρατάξεις έμοιαζαν με ζωντανούς οργανισμούς.
Είχαν πάθη, αντιφάσεις, ιστορικά βάρη, αλλά είχαν και εσωτερική θερμοκρασία.
Τώρα συχνά μοιάζουν με φωτισμένες αίθουσες αναμονής. Καθαρές. Λειτουργικές. Ψυχρές.
Άνθρωποι περνούν, χαιρετιούνται, φωτογραφίζονται, αναχωρούν.
Και πίσω μένει μόνο εκείνη η αίσθηση πως κάτι βαθιά ανθρώπινο έχει αποσυρθεί αθόρυβα από το δωμάτιο.
Γι αυτό η πιο κρίσιμη ερώτηση για το μέλλον της χώρας δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει το 2027 ή το 2030.
Η πιο κρίσιμη ερώτηση είναι άλλη: μπορεί ακόμη η πολιτική να αγγίξει άνθρωπο ή απέμεινε μόνο η σκηνοθεσία της επαφής; Γιατί όταν ένα ιστορικό σώμα χάσει την αφή του, αργά ή γρήγορα χάνει και την ψυχή του.
Και τότε συνεχίζει να κινείται για χρόνια, όπως τα νεκρά άστρα που ταξιδεύουν ακόμη μέσα στο σκοτάδι με φως που δεν τους ανήκει πια. Αντίστροφη μέτρηση;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους