«Γιατί πάλι αυτός, ρε μάνα;» Η φωνή μου ακούστηκε σπασμένη, βουτηγμένη στο παράπονο. Η μητέρα μου στράφηκε προς εμένα, το πρόσωπό της κουρασμένο από τη δουλειά και τις καθημερινές έγνοιες στην Αθήνα...
«Γιατί πάλι αυτός, ρε μάνα;» Η φωνή μου ακούστηκε σπασμένη, βουτηγμένη στο παράπονο.
Η μητέρα μου στράφηκε προς εμένα, το πρόσωπό της κουρασμένο από τη δουλειά και τις καθημερινές έγνοιες στην Αθήνα. «Δεν είναι θέμα, Κατερίνα.
Ο αδερφός σου είναι μεγάλος τώρα.
Έχει ευθύνες.» Ήξερα όμως τι εννοούσε: ο Μάρκος πάντα είχε τις ευκαιρίες, πάντα είχε την εκτίμησή τους, πάντα τον έβλεπαν σαν το φως του σπιτιού μας.
Εγώ ήμουν το δεύτερο παιδί.
Το κορίτσι που περνά απαρατήρητο στα οικογενειακά τραπέζια — ακόμα και τώρα, στα τριάντα μου, βυθισμένη σε μια καρέκλα γεμάτη θρύψαλα από παιδικά όνειρα.
Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, όλα, ακόμη και τα πιο μικρά, ήταν συνδεδεμένα μαζί του. Ο Μάρκος έφαγε το πρώτο του σουβλάκι στα δέκα, Μπράβο Μάρκο! Ο Μάρκος πέρασε στη Νομική, «το παιδί μας τα κατάφερε». Κι εγώ; Εγώ αυτή που σιωπηλά κυλούσα στη σκιά, μαθαίνοντας να ζω με μισοτελειωμένους επαίνους και κοφτές κουβέντες.
Σε κάθε οικογενειακό δείπνο, η μητέρα μου ρωτούσε την επόμενη κίνηση του Μάρκου, ο πατέρας μου χτυπούσε δυνατά το χέρι στο τραπέζι κάθε φορά που ο Μάρκος αγόραζε κάτι καινούργιο.
Εγώ μάζευα τα πιάτα, άκουγα τους θορύβους και έπνιγα τα "δε με νοιάζει" πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Πόσες φορές αναρωτήθηκα αν άξιζε να προσπαθώ; Όταν είχα τις πρώτες μου επιτυχίες στη δουλειά, εκεί, σε ένα λογιστικό γραφείο στου Ζωγράφου, μόνο η συνάδελφός μου, η Ελένη, με αγκάλιασε πραγματικά. «Εσύ, Κατερίνα, έχεις αντοχές.
Θα ανέβεις πολύ!» Μα σαν γύρισα σπίτι κρατώντας τα καλά νέα, με περίμεναν βουβοί βραδινοί ήχοι και μια ακόμη ιστορία για τον Μάρκο: "Ο Μάρκος πήρε προαγωγή...". Κανένας δε ρώτησε για μένα — ούτε τότε ούτε ποτέ.
Η ζήλια, αυτό το παράξενο πικρό πράγμα που καταπίνεις λίγο-λίγο, μεγάλωνε μαζί μου.
Έμαθα να μετράω τις στιγμές που υποκρίθηκα τη χαρούμενη αδελφή, να συγκρίνω το φως που είχαν τα μάτια τους όταν τον κοιτούσαν με τη σκιά που έπεφτε όταν ήταν να μιλήσουν σε εμένα.
Ένα βράδυ, δεν άντεξα. «Ξέρετε μαμά, μπαμπά... αν μια φορά στη ζωή σας με κοιτούσατε όπως κοιτάτε τον Μάρκο, ίσως να ήμουν πιο χαρούμενη!» Η φωνή μου τρεμόπαιξε, μα η μαγκιά κράτησε για λίγο.
Ο πατέρας μου, αυστηρός και σοβαρός, δεν σήκωσε το βλέμμα.
Η μητέρα μου ξέπλυνε πιάτα, προσπαθώντας να πνίξει το βάρος μέσα στο θόρυβο του νερού. «Μη λες τέτοια, Κατερίνα.
Κι εσένα σ' αγαπάμε», μουρμούρισε ο πατέρας — αυτά τα λόγια που λέγονται μόνο για να σωπάσεις, όχι για να παρηγορηθείς.
Εκείνο το βράδυ ξάπλωσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, ακούγοντας τον αδελφό μου να μιλάει χαμηλόφωνα με κάποιον στην κουζίνα.
Κι ύστερα, σιωπή.
Ήμουν σίγουρη: δεν θα άλλαζε τίποτα.
Ήμουν καταδικασμένη στη σκιά.
Τα χρόνια περνούσαν και η σχέση με τον Μάρκο γινόταν όλο και πιο δύσκολη.
Δεν έφταιγε ακριβώς αυτός — ή, τουλάχιστον, προτίμησα να το πιστεύω.
Εκείνος είχε πάντα μια καλή κουβέντα, προσπαθούσε να με στηρίξει, αλλά πάντα σαν ο μεγάλος, τέλειος αδερφός που πρέπει να μου δείξει τον δρόμο.
Μια φορά, όταν χρειάστηκα χρήματα, ήταν αυτός που με έσωσε από τον μήνα που μπήκα με άδειες τσέπες. «Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι, Κατερίνα.
Είμαστε αδέρφια», μου είπε.
Μα εγώ κι εκείνον τον πόνεσα: γιατί να πρέπει πάντα να χρωστώ; Να λογαριάζω τα πάντα, και το μετά. 📖 Το πιο απρόσμενο μέρος είναι πιο κάτω 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους