Τα Καντήλια της Σουμελάς Πειραιάς, Σεπτέμβριος 1922 – Βέρμιο, Αύγουστος 1931 Την εικόνα την είχε τυλίξει στα σπάργανα. Σαν μωρό. Την έλεγαν Φιλιώ. 30 χρονών. Χήρα. Τον άντρα της τον σκότωσαν οι...
Τα Καντήλια της Σουμελάς Πειραιάς, Σεπτέμβριος 1922 – Βέρμιο, Αύγουστος 1931 Την εικόνα την είχε τυλίξει στα σπάργανα.
Σαν μωρό.
Την έλεγαν Φιλιώ. 30 χρονών. Χήρα.
Τον άντρα της τον σκότωσαν οι τσέτες έξω από την Τραπεζούντα.
Της έμειναν τρία παιδιά και η Παναγία Σουμελά.
Η εικόνα ήταν αντίγραφο.
Όχι η πρωτότυπη - εκείνη έμεινε στο μοναστήρι, στον Πόντο.
Αλλά για τη Φιλιώ ήταν η ίδια.
Την είχε ευλογήσει ο ηγούμενος πριν φύγουν. «Πάρ’ την, κόρη μου.
Να σας φυλάει στο δρόμο.» Στο λιμάνι της Τραπεζούντας, οι Τούρκοι στρατιώτες έψαχναν τα μπαούλα. «Εικόνες απαγορεύονται! Χρυσάφια απαγορεύονται! Όλα εδώ!» Οι γυναίκες έκλαιγαν.
Πετούσαν τα εικονίσματα στη θάλασσα. Η Φιλιώ έσφιξε το μωρό της - τον Κωσταντή, 2 μηνών.
Και κάτω από το μωρό, στα σπάργανα, είχε κρύψει την Παναγία.
Ο στρατιώτης την κοίταξε. «Τι έχεις εκεί;» «Το παιδί μου», είπε. «Πεθαίνει.
Άφησέ με να περάσω.» Το μωρό έκλαιγε.
Ο στρατιώτης έκανε πίσω. «Φύγε!» Έτσι πέρασε η Σουμελά στην Ελλάδα.
Κρυμμένη κάτω από την καρδιά ενός μωρού.
Στο καράβι, 7 μέρες ταξίδι. Κόλαση. Χολέρα. Πείνα.
Οι άνθρωποι πέθαιναν και τους πετούσαν στη θάλασσα. Η Φιλιώ δεν έτρωγε.
Έδινε τη μπουκιά της στα παιδιά.
Το βράδυ, όταν κοιμόντουσαν, ξετύλιγε την εικόνα.
Μια ρωγμή είχε από το ξύλο.
Την φιλούσε. «Παναΐα μου, βγάλε μας ζωντανούς. Θα Σου ανάψω καντήλι σε ελληνικό χώμα.
Το ορκίζομαι.» Την έβδομη μέρα φάνηκε ο Πειραιάς. Η Φιλιώ σήκωσε την εικόνα. «Φτάσαμε, Παναΐα μου.
Φτάσαμε.» 1923. Καστανιά Βερμίου.
Τους πήγαν εκεί. Βουνό. Χιόνι. Λύκοι.
Τους έδωσαν σκηνές.
Μετά παράγκες. Η Φιλιώ έχτισε με τα χέρια της ένα δωμάτιο από πέτρες.
Το πρώτο πράγμα που έβαλε μέσα δεν ήταν κρεβάτι.
Ήταν ένα ράφι.
Πάνω έβαλε την εικόνα.
Από κάτω, ένα τενεκεδάκι με λάδι.
Το καντήλι.
Το πρώτο καντήλι της Σουμελάς σε ελληνικό χώμα.
Κάθε βράδυ το άναβε.
Και οι γυναίκες της παράγκας έρχονταν.
Γονατιστές. «Παναΐα μου, βρες μου τον άντρα μου.» «Παναΐα μου, γιάτρεψε το παιδί μου.» «Παναΐα μου, δείξε μας τον δρόμο.» Το καντήλι δεν έσβησε ποτέ. 9 χρόνια.
Ακόμα και στον χιονιά, η Φιλιώ έλιωνε χιόνι για να έχει λάδι.
Αύγουστος 1931.
Ήρθε ο Δεσπότης. «Φιλιώ, η εικόνα αυτή πρέπει να πάει σε μοναστήρι.
Να την προσκυνάει όλος ο κόσμος.» Η Φιλιώ έπιασε την εικόνα.
Την έσφιξε. 9 χρόνια την είχε στο στήθος της.
Μετά την έδωσε. «Είναι δική Σου, Δέσποτα.
Εγώ μόνο τη φύλαξα.» Την ανέβασαν στο Βέρμιο.
Έχτισαν μοναστήρι. Νέα Παναγία Σουμελά.
Στα εγκαίνια, το 1952, η Φιλιώ ήταν με άσπρα μαλλιά.
Τα τρία παιδιά της δίπλα - ο Κωσταντής δάσκαλος πια.
Όταν μπήκε η εικόνα στο τέμπλο, η Φιλιώ γονάτισε. «Το τάμα το έκανα, Παναΐα μου», ψιθύρισε. «Σου άναψα καντήλι. 9 χρόνια δεν έσβησε.» Σήμερα, στο μοναστήρι στο Βέρμιο, καίει ακοίμητο καντήλι.
Από κάτω γράφει: «Το καντήλι της Φιλιώς από την Τραπεζούντα. 1922-1931.» και κάθε 15αύγουστο, χιλιάδες Πόντιοι ανεβαίνουν. Γονατιστοί.
Με δάκρυα ανάβουν ένα κερί και λένε: «Για τη γιαγιά μου που Σε έσωσε.
Για τον Πόντο που δεν ξεχνάμε.» Αυτές ήταν οι γυναίκες του Πόντου.
Δεν έσωσαν μόνο παιδιά. Έσωσαν Παναγίες.
Γιατί ήξεραν: «Αν χαθεί η εικόνα, χάνεται η ψυχή κι αν χαθεί η ψυχή, χάνεται ο Πόντος.» Η Φιλιώ πέθανε το 1975.
Την έθαψαν με το μαύρο μαντήλι.
Στον τάφο της, τα παιδιά της έγραψαν: «Εδώ κείται η Φιλιώ Καραγιαννίδου. Έφερε την Παναγία από τον Πόντο. Κι άναψε καντήλι που δεν σβήνει ποτέ.» Άννα Δανάλη μυθοπλασία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους