Η αβάσταχτη βαρεμάρα της ανακύκλωσης Δεν είναι κρίμα που η συλλογική συμπαράσταση γίνεται διαφημιστικό σποτάκι κουρασμένου, εξαντλημένου κόμματος που δεν γεννάει καμία συγίνηση, καμία αναμονή, καμμιά...
Η αβάσταχτη βαρεμάρα της ανακύκλωσης Δεν είναι κρίμα που η συλλογική συμπαράσταση γίνεται διαφημιστικό σποτάκι κουρασμένου, εξαντλημένου κόμματος που δεν γεννάει καμία συγίνηση, καμία αναμονή, καμμιά ελπίδα; H τραγωδία- έγκλημα των Τεμπών δημιούργησε κάτι σπάνιο στην Ελλάδα της εξάντλησης, της απογοήτευσης, του ατομικισμού, των χαμένων ψευδαισθήσεων: μια συλλογική κοινή πληγή, την απαίτηση τιμωρίας, την πίστη ότι υπάρχει ακόμα κάτι σταθερό να κρατηθούμε. Η Μαρία Καρυστιανού έγινε η οθόνη που προβάλλαμε πάνω της την αξιοπρέπεια του πένθους, την επιμονή, την πίεση για απόδοση δικαιοσύνης.
Όταν το συλλογικό πένθος μετατρέπεται σε διαφημιστικό Τεχνητής Νοημοσύνης, ένα λευκό περιστέρι που ανεβαίνει στον ουρανό, ένα κλαδί ελιάς, η αργή κίνηση, η λέξη Ελπίδα που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε παλιό προεκλογικό σποτ, wellness μπροσούρα και 80ς πολιτικό μεσσιανισμό, η αίσθηση αλήθειας και του αγώνα που μας έκανε να συνδεθούμε μαζί της εξατμίζεται.
Απαγορεύεται να πολιτικοποιηθεί και να πολιτευτεί; Όχι βέβαια, αλλά η μετατροπή ενός αγώνα σε branding ξενίζει- για να το θέσω ήπια.
Καμιά αυθεντικότητα, σα να προσπαθεί μέσα από μια κατασκευή συμβολισμού να συγκινήσει χωρίς να λέει τίποτα.
Η δε χρήση της ΤΝ με την αισθητική χειρουργείου και την αχλύ καθαρότητας, εκπέμπει κάτι ψεύτικο, σχεδόν κιτς.
Ως θεατής βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια πομπώδη, παλιομοδίτικη σκηνοθεσία μεγαλείου. Η Μαρία Καρυστιανού είχε αποκτήσει βαρύτητα ακριβώς επειδή έμοιαζε ακατέργαστη και ανθρώπινη έξω από την κίβδηλη πολιτική αισθητική.
Ειδικά το περιστέρι με την ελιά είναι τόσο τετριμμένο ως σύμβολο ειρήνης/σωτηρίας/ελπίδας που μοιάζει με αυτοπαρωδία.
Η δε υπόκρουση με μελοποιημένη ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη από τον Μίκη Θεοδωράκη «Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα/χωρίς να γνωρίζω κανένα/ κι ούτε κανένας με γνώριζε…» κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να χτίσει την εικόνα μιας υπερκομματικής κάθαρσης, ενός ηθικού κινήματος.
Όταν η αισθητική γίνεται υπερβολικά λυτρωτική κινδυνεύει να μοιάζει με τη Βίρνα Δράκου στο Σύνταγμα να κυνηγάει περιστέρια.
Είναι σίγουρο ότι η ελληνική κοινωνία, σε ένα μεγάλο κομμάτι της τουλάχιστον, διψάει για κάτι νέο, αλλά το φαντασιακό της πολιτικής παραμένει γερασμένο.
Ακόμη κι όταν εμφανίζεται κάτι που πάει να εκφράσει μια αυθεντική προσπάθεια, που κουβαλάει μια πραγματική κοινωνική φόρτιση, που θα μπορούσε να είναι διαφορετική, αμέσως, ντύνεται με τους παλιούς κώδικες: σωτήρες, ηθικά καλέσματα, ιστορική μουσική, συγκινησιακά μοντάζ. Αυτή η προσέγγιση δεν γεννάει καμιά προσμονή, αλλά την αβάσταχτη βαρεμάρα της ανακύκλωσης.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους