[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το όνομά μου έμεινε στον Πόντο Με λένε Γιώργο, αλλά από το 1923 με φωνάζουν Γιλμάζ. Ήμουν 8 χρονών όταν ήρθαν στο χωριό μας, το Καπίκιοϊ, έξω από την Κερασούντα. Ο πατέρας είχε πεθάνει στα Αμελέ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το όνομά μου έμεινε στον Πόντο Με λένε Γιώργο, αλλά από το 1923 με φωνάζουν Γιλμάζ.

Ήμουν 8 χρονών όταν ήρθαν στο χωριό μας, το Καπίκιοϊ, έξω από την Κερασούντα.

Ο πατέρας είχε πεθάνει στα Αμελέ Ταμπουρού.

Η μάνα, η γιαγιά και οι δύο αδερφές μου ετοιμάζονταν για την πορεία.

Εγώ είχα πυρετό 40 μέρες. «Δεν θα αντέξει τον δρόμο», είπε ο παπάς. «Αν μείνει, θα πεθάνει εδώ.

Αν έρθει, θα πεθάνει στον δρόμο». Η μάνα με φίλησε και μου κρέμασε ένα σταυρουδάκι. «Να θυμάσαι ποιος είσαι». Με άφησε στην Αϊσέ, τη γειτόνισσα.

Την ίδια Αϊσέ που έκρυβε κι άλλους.

Το βράδυ άκουσα τη μάνα μου να κλαίει έξω από την πόρτα.

Δεν ξανακούσα τη φωνή της. Η Αϊσέ με μεγάλωσε σαν γιο της.

Έμαθα τουρκικά, πήγα σε τουρκικό σχολείο.

Στο σπίτι όμως, όταν κλείναμε τα παντζούρια, μου μάθαινε ποντιακά. «Μη τα ξεχάσεις.

Είναι η προίκα σου». Κάθε Δεκαπενταύγουστο ανεβαίναμε κρυφά στα ερείπια της Παναγίας Σουμελά.

Άναβε ένα κερί και μου έλεγε ιστορίες για τον παππού μου που χόρευε Πυρρίχιο. «Ο χορός είναι όρκος», μου έλεγε. «Χορεύεις για να μην πέσεις». Στα 18 με πήραν στρατό.

Οι άλλοι φαντάροι με κορόιδευαν για την προφορά μου. «Ρωμιός», με έλεγαν.

Δεν απαντούσα.

Τα βράδια έβγαζα τον σταυρό που φορούσα κρυφά και προσευχόμουν.

Σε ποιον; Δεν ήξερα πια.

Ήμουν 59 χρονών όταν ήρθε ένα γράμμα από την Ελλάδα.

Από τη Δράμα. «Αδερφέ, αν ζεις, είμαι η Ελένη.

Μας έσωσε ένα καράβι.

Η μάνα πέθανε στο καράβι.

Ζούμε στην Καλαμαριά.

Σε ψάχναμε. Ο Λάζαρος πέθανε το 1950.

Αν έρθεις, έχουμε το σπίτι της μάνας εδώ». Έκλαψα για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια. Η Αϊσέ είχε πεθάνει, παιδιά δεν έκανα.

Τι να πήγαινα να κάνω; Δεν ήξερα πια ελληνικά.

Στο χωριό με ήξεραν ως Γιλμάζ τον μπακάλη.

Δεν απάντησα ποτέ.

Κράτησα το γράμμα στο εικονοστάσι, δίπλα στον κρυφό σταυρό.

Είμαι 111 χρονών.

Παραμύθι ακούγεται.

Το χωριό μου έχει άλλο όνομα τώρα.

Οι νέοι δεν ξέρουν ότι εδώ μιλούσαν ποντιακά.

Μόνο εγώ έμεινα και μερικές πέτρες από την εκκλησιά του Αϊ-Γιώργη.

Μερικές φορές έρχονται «τουρίστες» από την Ελλάδα.

Ψάχνουν τις ρίζες τους.

Τους κερνάω τσάι.

Δεν τους λέω ποιος είμαι.

Με λένε «θείο Γιλμάζ». Μου δείχνουν φωτογραφίες από το χωριό το 1910. Κλαίνε.

Εγώ δεν κλαίω πια.

Μόνο όταν βραδιάζει, βάζω στο παλιό γραμμόφωνο έναν δίσκο που μου έφερε μια φορά ένας Πόντιος από τη Θεσσαλονίκη.

Λύρα και χορεύω. Μόνος. Έναν Πυρρίχιο στο μισοσκόταδο.

Γιατί ο όρκος είναι όρκος.

Και το όνομά μου, ακόμα κι αν δεν το φωνάζει κανείς, έμεινε εδώ. Στον Πόντο.

Αυτή είναι η ιστορία των «κρυπτοχριστιανών» και των παιδιών που έμειναν πίσω.

Δεν είναι ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη από των προσφύγων. Είναι απλώς η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος: του ξεριζωμού. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences