«Έφυγες με τη λεγάμενη. Σε πέταξε στο δρόμο. Και αν δεν ήταν η μάνα σου να σε μαζέψει, να δω τι θα κανες.» Αυτό μου είπε η μάνα μου. Πιο ελληνική ατάκα δεν γίνεται. Είχα πάει επαρχία με την τότε...
«Έφυγες με τη λεγάμενη. Σε πέταξε στο δρόμο. Και αν δεν ήταν η μάνα σου να σε μαζέψει, να δω τι θα κανες.» Αυτό μου είπε η μάνα μου.
Πιο ελληνική ατάκα δεν γίνεται.
Είχα πάει επαρχία με την τότε κοπέλα μου να ανοίξω κάτι δικό μου.
Δεν έβγαινε τίποτα. Χώρισα.
Γύρισα στην Αθήνα και δεν είχα πού να μείνω.
Κατέβασα το κεφάλι και πήγα στη μάνα μου και στη γιαγιά μου.
Μένανε μαζί γιατί δεν βγαίνανε, ζούσαν με τη σύνταξη της γιαγιάς μου.
Δεν υπήρχε χώρος για μένα.
Κοιμόμουν στο σαλόνι στον καναπέ.
Είχα πάρει και τον υπολογιστή, καθόμουν και έπαιζα εκεί. Έπαιζα Witcher 3. Είχα καεί, δεν είχα ζωή.
Αυτό ήταν η μόνη μου παρηγοριά.
Δεν φτάνει που ένιωθα σκουπίδι γιατί είχα αποτύχει, είχα και τη μάνα μου να κοντρολάρω.
Τα είχα χάσει όλα.
Το όνειρό μου να χτίσω κάτι δικό μου.
Ό,τι λεφτά είχα μαζέψει, τα έφαγα εκεί.
Τη σχέση μου και το πιο βασικό, την ταυτότητά μου.
Μηδέν πυξίδα.
Καμία κατεύθυνση.
Στο κεφάλι μου έπαιζε συνέχεια ξανά και ξανά: ποιος είμαι, τι μπορώ να κάνω.
Δεν έχω κανένα σοβαρό πτυχίο.
Δεν θα με πάρει κανείς για δουλειά.
Λεφτά δεν θα δω ποτέ.
Δεν θα μου κάτσει καμία κοπέλα.
Θα ζω με τη μάνα μου και θα είμαι για πάντα σκουπίδι.
Και για να παρηγορηθώ, γύρισα στην παλιά μου ζωή.
Όχι επειδή το ήθελα, αλλά επειδή ήταν το μόνο πράγμα που ήξερα να κάνω.
Κατέβασα τα μούτρα, με την ουρά κάτω από τα σκέλια, πήγα στον DJ που συνεργαζόμουν χρόνια. 7 χρόνια ήμουν νύχτα.
Διοργανώναμε πάρτι, έβγαινα στη σκηνή, διασκέδαζα τον κόσμο.
Πίναμε τσάμπα, γνωρίζαμε κανά κοριτσάκι.
Λέω αυτό είναι.
Δεν έχω αυτοπεποίθηση, δεν έχω τίποτα.
Γυναίκα δεν πρόκειται να βρω.
Ας χρησιμοποιήσω αυτό που ξέρω, να τα πιούμε, να γλεντήσουμε και βλέπουμε.
Και έβγαλα κάποια χρήματα.
Δεν το θεωρώ σε καμία περίπτωση δουλειά στο σήμερα.
Αρπαχτές ήταν.
Αλλά το πώς τα διαχειριζόμουν είναι μαγικό.
Γι' αυτό βγαίνω στο σήμερα και κράζω, ξέρεις τι κράζω, τον παλιό μου εαυτό που δεν είχε μυαλό, δεν είχε σχέδιο, δεν είχε τίποτα.
Επειδή ένιωθα μέσα μου χάλια, μια μαυρίλα, μόλις έπιανα λίγα φράγκα στα χέρια μου, αντί να τα κρατήσω, να τα βάλω στην άκρη, να χτίσω κάτι καλύτερο για το μέλλον μου, τα ξόδευα.
Σε ποτάρες, σε βολτούλες, σε κινητά και ρούχα.
Όχι επειδή τα χρειαζόμουν αλλά για να το παίξω ότι είμαι μάγκας.
Αφού μέσα μου ήμουν κενός, τουλάχιστον να φαίνομαι ωραίος.
Και μετά από χρόνια κατάλαβα. Όταν ένας άνθρωπος δεν έχει ταυτότητα, τι κάνει; Αγοράζει μια έτοιμη. Κι ας είναι και ψεύτικη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους