Πάρτο αλλιώς... 1. Τις εκλογές τις κερδίζει εκείνος που επιβάλλει τα βασικά διλήμματα και επιπλέον, δίνει τις πιο ελκυστικές απαντήσεις σε αυτά. 2. Οι εκλογές κερδίζονται πρωτίστως στην οικονομία...
Πάρτο αλλιώς... 1. Τις εκλογές τις κερδίζει εκείνος που επιβάλλει τα βασικά διλήμματα και επιπλέον, δίνει τις πιο ελκυστικές απαντήσεις σε αυτά. 2. Οι εκλογές κερδίζονται πρωτίστως στην οικονομία – υπερισχύει αυτός που μπορεί να υποσχεθεί – πειστικά – ένα καλύτερο μέλλον για την πλειονότητα των πολιτών.
Ή έστω, ένα λιγότερο επισφαλές μέλλον. 3. Σε κάθε εκλογές αναδεικνύεται, εκ της συγκυρίας, και ένα δεύτερο θέμα που επηρεάζει σημαντικά τη στάση των ψηφοφόρων, χωρίς, ωστόσο, να ακυρώνει την κεντρικότητα της οικονομίας στην επιλογή τους.
Σήμερα αυτό το θέμα είναι το κράτος δικαίου.
Η κυβέρνηση είναι εκτεθειμένη και στα δύο.
Στην οικονομία, όσο και αν επικαλείται τους αριθμούς – αύξηση ΑΕΠ, μείωση χρέους – οι πολίτες όχι μόνο βελτίωση, δεν αισθάνονται αλλά βλέπουν τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται καθημερινά από τον πληθωρισμό.
Ούτε, φυσικά, πείθει ότι η ακρίβεια είναι εξωγενής αφού ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι σταθερά υψηλότερος έως και 50% από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, όπως και οι φόροι που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Τουναντίον, τείνει να παγιωθεί η αντίληψη ότι αφήνει ανεξέλεγκτα τα ολιγοπώλια να αποσπούν υπερκέρδη σε βάρος των πολιτών.
Στο δεύτερο θέμα – το κράτος δικαίου – η κυβέρνηση είναι πολλαπλώς έκθετη και η μόνη γραμμή άμυνας που μπορεί να τραβήξει συνίσταται στο «όλοι ίδιοι είναι» και «πάντα συνέβαιναν αυτά στην Ελλάδα». Για αυτό κάθε φορά που ξεσπάει ένα σκάνδαλο, η σπουδή της είναι όχι να το αρνηθεί, αλλά να εμπλέξει και στελέχη της αντιπολίτευσης (κυρίως του ΠΑΣΟΚ) ή να θυμίσει παλιότερα δικά τους, μαζί με τη μόνιμη επωδό της ψηφιοποίησης που θα μειώσει, υποτίθεται, τη διαφθορά, εξαλείφοντας τον ανθρώπινο παράγοντα από τις αποφάσεις.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, έχει δύο ισχυρά σημεία.
Το πρώτο είναι η πολυδιάσπασή της αντιπολίτευσης που την καθιστά αδιαφιλονίκητα πρώτη, παρά το ότι καταγράφει κάτω από 25% στην πρόθεση ψήφου.
Αξιοποιώντας, μάλιστα, την επικοινωνιακή της υπεροπλία έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου ότι στις επόμενες εκλογές δεν θα ψηφίσουμε για κυβέρνηση, αλλά για αντιπολίτευση – ποιος θα είναι δεύτερος (ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας, Καρυστιανού). Το δεύτερο είναι η προγραμματική ένδεια της αντιπολίτευσης η οποία δεν μπορεί να καταλήξει σε 5-6 αιχμές για τα ζητήματα που καίνε τον κόσμο: Πώς θα μειωθούν οι τιμές στο σουπερμάκετ, πώς θα πέσουν τα ενοίκια, πώς θα βελτιωθούν τα νοσοκομεία, πώς δεν θα τρώνε τα λεφτά οι κομματικοί επιτήδειοι, πώς θα υπάρξει δικαιοσύνη στη χώρα.
Ναι αναδείξει με απλά και συγκεκριμένα παραδείγματα τις ευθύνες της κυβέρνησης επ’ αυτών και να πει εξίσου συγκεκριμένα τι καλύτερο θα κάνει εκείνη.
Είναι τραγική η εικόνα των περισσότερων βουλευτών της στα κανάλια να αδυνατούν να απαντήσουν σύντομα και περιεκτικά σε μια απλή ερώτηση – τι θα κάνετε εσείς για την ακρίβεια ή πόσο θα είναι οι μισθοί αν γίνετε κυβέρνηση.
Ούτε, φυσικά, συνδέει τα εν λόγω ζητήματα με το κράτος δικαίου που κυριαρχεί στην επικαιρότητα λόγω των απανωτών σκανδάλων.
Μια τέτοια σύνδεση θα αύξανε σημαντικά την πίεση στη κυβέρνηση, η οποία τώρα δείχνει να ελέγχει την κατάσταση διαχειριζόμενη το κάθε θέμα ξεχωριστά από το άλλο.
Αλλά το κυριότερο είναι ότι η αντιπολίτευση δεν έχει μια σταθερή γραμμή στα παραπάνω ζητήματα η οποία να κωδικοποιείται σε λίγα απλά συνθήματα που εντυπώνονται στο μυαλό του κόσμου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμα και στα ζητήματα που η κυβέρνηση είναι υπόλογη, περισσότερο ακούγονται οι ιδικοί της ισχυρισμοί (και υποσχέσεις), παρά της αντιπολίτευσης η οποία μοιάζει να παράγει μόνο «θόρυβο», αντί για καθαρές θέσεις που πείθουν.
Επιπλέον, ακόμα και η επικοινωνία της αντιπολίτευσης είναι ξεπερασμένη.
Στηρίζεται στις κομματικές συγκεντρώσεις στις οποίες μαζεύονται οι κομματικοί οπαδοί για να ακούσουν τον αρχηγό ή το στέλεχος να μιλά επί παντός του επιστητού και στα αυτοαναφορικά ποστ στα social media που απευθύνονται στα ίδια οπαδικά echo chambers.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία συγκέντρωση του Τσίπρα στο Χαλάνδρι.
Πολύς κόσμος μεν, φλύαρες και εν πολλοίς ανούσιες ομιλίες δε τόσο από τους αρχικούς ομιλητές (πλην μίας),, όσο και από τον Τσίπρα στη συνέχεια.
Ήταν τόση η βαρεμάρα στο κοινό που κάποιος φώναξε «σταμάτα» σε έναν ομιλητή που πλάτειαζε ασύστολα.
Ζούμε στο 2026, ο κόσμος δεν αντιμετωπίζει πια τους πολιτικούς ως αυθεντίες, ούτε κρέμεται από τα χείλη τους.
Η δε προσοχή είναι από τους πιο σπάνιους πόρους που δύσκολα κερδίζεται, αλλά πολύ εύκολα χάνεται.
Σε μια εποχή που όλοι μιλούν αλλά κανείς δεν ακούγεται, ιδίως από την εξουσία, το κρίσιμο είναι να αισθανθούν οι πολίτες ότι κάποιος, πράγματι, τους ακούει και τους μιλά προσωπικά, όχι από καθέδρας. Ο Μαμντάνι κέρδισε γιατί μίλησε με εκατομμύρια Νεοϋορκέζους, πρόσωπο με πρόσωπο, το ίδιο και ο Μαγιάρ που επί δύο χρόνια γύριζε την Ουγγαρία, ιδίως την επαρχία που ήταν πιο ισχυρός ο Όρμπαν.
Ούτε βέβαια ενδιαφέρονται να ακούσουν πόσο άσχημα τα έχει πάει η κυβέρνηση – το γνωρίζουν από πρώτο χέρι, το ζουν στο πετσί τους.
Ελπίδα και προοπτική χρειάζονται – ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, προοπτική ότι θα αλλάξουν με αυτές και εκείνες τις πολιτικές. Ο Μαμντάνι επικέντρωσε σε δύο προβλήματα που αγγίζουν όλους τους δημότες της Νέας Υόρκης – τα ενοίκια και το κόστος ζωής γενικότερα – και πρότεινε συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπισή τους, όπως και ποιοι θα τα πληρώσουν. Ο Μαγιάρ εστίασε και αυτός στην κακή κατάσταση της ουγγρικής οικονομίας, αλλά έδειξε και τον άμεσο υπεύθυνο – τη διαφθορά της κυβέρνησης Όρμπαν.
Έτσι συνέδεσε την οικονομική δυσπραγία με την καταστρατήγηση του κράτος δικαίου - αυτό δηλαδή που δεν έχει καταφέρει η αντιπολίτευση στην Ελλάδα.
Κάπως έτσι, η κυβέρνηση, παρότι εμφανώς αποδυναμωμένη, καταφέρνει να ελέγχει την ατζέντα και να επιβάλλει τα δικά της διλήμματα – σταθερότητα με ΝΔ ή περιπέτειες με τους άλλους; Οι δε άλλοι αγκομαχούν να της απαντήσουν και αντί να είναι επιτιθέμενοι, καταλήγουν απολογούμενοι, αντί να προσφέρουν προοπτική στον κόσμο, αναλώνονται σε δικαιολογίες για τις ελλείψεις και τις παραλείψεις τους.
Έτσι διατηρεί την άνετη πρωτιά – έστω και σε χαμηλές πτήσεις – κυριαρχεί στην παράσταση νίκης και ευελπιστεί – εύλογα – να κερδίσει ένα σημαντικό μέρος των αναποφάσιστων που σε κάθε εκλογές συντάσσονται με τον διαφαινόμενο νικητή.
Αν η αντιπολίτευση θέλει να το αλλάξει αυτό πρέπει να καταλήξει άμεσα σε ένα πρόγραμμα δράσης πέντε αιχμών που θα απαντά στα βασικά – πώς θα μειωθεί το κόστος ζωής, πώς θα λυθεί το στεγαστικό, πώς θα αυξηθούν τα λαϊκά εισοδήματα.
Και να το υπηρετήσει με συνέπεια και πειθαρχία – όχι το σκορποχώρι που θυμίζουν τώρα τα στελέχη της όπου το καθένα λέει το κοντό του και το μακρύ του.
Επίσης, χρειάζεται επικοινωνία με τους όρους του 2026, όχι του 1980-90, πρέπει να πάει αυτή στους πολίτες, όχι να περιμένει να της έρθουν εκείνοι στο πιάτο.
Πριν τους μιλήσει πρέπει πρώτα να τους ακούσει και όταν τους μιλήσει οφείλει να το κάνει στη γλώσσα που καταλαβαίνουν και στα μέσα που παρακολουθούν, όχι στη γλώσσα και τα μέσα που αισθάνεται άνετα η ίδια.
Εν ολίγοις, πρέπει να σταματήσει να ασχολείται με τον εαυτό της και να ασχοληθεί με τα προβλήματά του κόσμου. Πριν δηλώσει έτοιμη να αποδείξει ότι είναι χρήσιμη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους