Γεννήθηκε στη Λιβαδειά στις 14 Μαΐου 1942. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας του αγωνιστή του ΕΛΑΣ Γιώργου Κρανιώτη, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς μπροστά στο σπίτι του, τον Σεπτέμβρη του...
Γεννήθηκε στη Λιβαδειά στις 14 Μαΐου 1942. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας του αγωνιστή του ΕΛΑΣ Γιώργου Κρανιώτη, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς μπροστά στο σπίτι του, τον Σεπτέμβρη του 1943.
Το μένος των Γερμανών κατά του Γιώργου Κρανιώτη τους οδήγησε και στην πυρπόληση του σπιτιού του, με αποτέλεσμα να μείνει η οικογένεια του στο δρόμο.
H γυναίκα του, Ειρήνη, τρομοκρατημένη από τις βιαιότητες των Γερμανών χάθηκε από τους δικούς της, αγνοούμενη μέχρι το 1950, οπότε βρέθηκε να νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο της Βούλας.
Η δραματική περιπέτεια της οικογένειας της είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή της μικρής Σώτιας.
Οι αδελφές Ιορδανού, συγγενείς της μητέρας της, την έφεραν σε ηλικία δύο ετών στην Αθήνα, όπου υιοθετήθηκε από οικογένεια εύπορων αστών, του Χαράλαμπου και Δέσποινας Τσώτου.
Φοίτησε στο ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο «Μαρσέλου» και στη συνέχεια στο Α’ Γυμνάσιο της Αθήνας (Πλάκα) τα τρία πρώτα χρόνια και κατόπιν στη Ελληνογαλλική Σχολή Καλογραιών «Άγιος Ιωσήφ» στην οδό Χαριλάου Τρικούπη.
Από τα 18 της χρόνια εργαζόταν ως δημοσιογράφος, παράλληλα με τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και τις δραματικές σχολές του Πέλου Κατσέλη και του Κωστή Μηχαηλίδη.
Το 1967, αν και νεαρή, έχει αρχίσει να καταξιώνεται στο χώρο της δημοσιογραφίας· μέχρι που η χούντα των συνταγματαρχών θα κλείσει την “Ελευθερία”, την εφημερίδα που εργαζόταν και θα μείνει άνεργη.
Η ίδια, συνελλήφθη και κρατήθηκε στην Ασφάλεια πολλές φορές.
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας καίει τη δημοσιογραφική της ταυτότητα, και, μετά από προτροπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου, αποφασίζει να ασχοληθεί περισσότερο με το τραγούδι. «Το ΄68 ήμουνα στην απομόνωση. 29 μέρες.
Όταν βγήκα, όλα, ήταν «μια χαρά». Ο κόσμος έτρωγε, έπινε.
Δεν ήμουνα μόνο εγώ, όλα τα κρατητήρια ήτανε γεμάτα.
Πάρα πολύς κόσμος υπέφερε.
Τότε έγραψα το «Δε βαριέσαι αδερφέ». Μόνο ο Χατζής μπορούσε να το πει.
Εκείνος το ήξερε, το καταλάβαινε». Έχει ήδη συνδεθεί με φιλία με τον Κώστα Χατζή από το 1964, χρονιά που τον επισκέφτηκε στη μπουάτ που τραγουδούσε και του έδωσε τους πρώτους στίχους.
Μοιραία, η καθοριστική συνεργασία της διαδρομής της ήταν εκείνη με τον Κώστα Χατζή.
Τραγούδια της, όπως «Ο Στρατής», «Δε βαριέσαι αδελφέ», «Απ’ το αεροπλάνο», «Της γειτονιάς μας ο τρελός», «Ένας Γερμανός και μια Εβραία», «Κάτι τρέχει», «Λεωφορείο ο κόσμος», «Νυχτώνει, δόξα τω Θεώ», μιλάνε απευθείας στην καρδιά.
Κορύφωση της συνεργασίας της με τον Κώστα Χατζή αποτέλεσε ο δίσκος “Ρεσιτάλ”, του οποίου οι πωλήσεις ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο δίσκους.
Τον θαύμαζε απεριόριστα και κάποτε δήλωσε δημόσια: «αν δεν υπήρχε ο Χατζής δεν θα υπήρχα κι εγώ». Τα περισσότερα τραγούδια της αν και έχουν τραγουδηθεί από πολλούς, λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν πως γράφτηκαν από την Σώτια Τσώτου.
Έχει γράψει στίχους σε πάνω από 350 τραγούδια, μεγάλες επιτυχίες που όλοι μας έχουμε τραγουδήσει και σε 16 προσωπικά άλμπουμ.
Ασυμβίβαστη και αντισυμβατική, δεν χώραγε σε μια εποχή που κυριαρχούσε η εικόνα και που ο καθένας μπορούσε να γίνει εύκολα γνωστός από το πρόσωπο και όχι από το έργο του.
Ανήκε σ’ εκείνους τους λίγους που ήταν γνωστοί για το έργο τους, ενώ για τους ίδιους ελάχιστα μάθαμε.
Απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας, όχι από εκκεντρικότητα ή βεντετισμό· δεν ήθελε να μιλάει στα μάτια αλλά στις καρδιές και τα αισθήματα των ανθρώπων κάτι που κατάφερε στο έπακρο με τα τραγούδια της.
Στους στίχους της, βρήκαν χώρο η φτώχεια, η αδικία, οι κοινωνικές ανισότητες, που γεννάει η εκμετάλλευση, ο πόλεμος, η προσφυγιά, ο πόνος του απλού, λαϊκού, ανθρώπου, τα βάσανα του βιοπαλαιστή, η αγάπη, ο έρωτας, η πραγματική φιλία.
Μεγάλη εμπορική επιτυχία με νούμερα ασυνήθιστα για τη μικρή ελληνική αγορά είχε και η συνεργασία της με τον Σταύρο Κουγιουμτζή και το «Να ‘τανε το ’21», τραγούδι το οποίο καθιέρωσε τον Γιώργο Νταλάρα.
Άλλες επιτυχίες της με τον Κουγιουμτζή ήταν τα τραγούδια «Έτσι είν’ οι ανθρώποι», «Δώσε μου το χέρι σου» και «Να ‘μουν ο Μεγαλέξανδρος» με τον Νταλάρα αλλά και «Αν βαρέθηκες κυρία», «Ρεμπέτικα τραγούδια» και «Μέθυσα κι απόψε» με τον Καλατζή.
Μια επίσης σημαντική συνεργασία ήταν με το Δώρο Γεωργιάδη, με τον οποίο συμμετείχαν στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης του 1972 και πήραν το πρώτο βραβείο με το τραγούδι «Αν ήμουν πλούσιος» και στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Eurovision του 1979 με το τραγούδι «Σωκράτης» που τραγούδησε η Ελπίδα.
Σταθμός στη διαδρομή της είναι και δυο δίσκοι με τον Στέλιο Καζαντζίδη όπου γνώρισαν σημαντικές επιτυχίες με τα γνωστά τραγούδια «Βραδιάζει», «Έι καπετάνιε», «Ξέρω νεκρούς», «Έφυγες φίλε» κ.α. Ο Καζαντζίδης σε συνεντεύξεις του μίλησε με τα καλύτερα λόγια για εκείνη, χαρακτηρίζοντας την μεγάλη και αποκαλώντας την “Η σύγχρονη Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου”. Το τραγούδι «Έφυγες φίλε» γράφτηκε για έναν κοινό τους φίλο, τον Ανδρέα Καΐάφα, ο οποίος έφυγε σε ηλικία 49 ετών από καρκίνο.
Επίσης, το 1994, η Σώτια Τσώτου μέσα σε τρεις στροφές περιέγραψε την ιστορία του Στέλιου, ο Τάκης Σούκας έγραψε μια μελωδία στο ρυθμό του καρσιλαμά και μέσα στο τραγούδι «Εγώ ‘μαι πρόσφυγα παιδί», ο Στέλιος τραγούδησε χαρακτηριστικά “από τραγούδια λαϊκά, έμαθα τα ελληνικά”. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στο δίσκο “Και πού θεός”. Τα τραγούδια της Σώτιας Τσώτου έφεραν ατόφιο το υπόβαθρο της δημιουργού τους, την παιδεία, τις ιδεολογικές και αισθητικές της καταβολές· είχαν με μεράκι και ψυχή και πάντα με βαθύ σεβασμό προς τους αποδέκτες τους.
Η ίδια έλεγε πως, σε κάθε εποχή οι πρώτοι ακροατές είναι οι νέοι, άρα αυτοί λαμβάνουν πρώτοι και το μήνυμα που το τραγούδι κουβαλάει.
Δεν εκβίασε την επιτυχία αλλά και δεν εξαρτήθηκε από αυτήν.
Δεν της άρεσε ο ντόρος.
Έκανε ό,τι μπορούσε για να μη φαίνεται. «Εμείς θα δοξαστούμε μετά θάνατον» έλεγε αυτοσαρκαζόμενη στους φίλους της.
Την υστεροφημία της την έχτιζε, όπως και το έργο της, με άφθαρτα υλικά: με τους στίχους των τραγουδιών της, με τον ευθύ και ακέραιο χαρακτήρα της, και τον σεμνό, «βαρύ» και αταλάντευτο, βηματισμό της, στον μακρύ δρόμο της τέχνης της. «Τα τραγούδια μου έχουν ένα μύθο. Υπάρχει μια μικρή ιστορία μέσα εκεί. Δεν είναι παράθεση εικόνων και λέξεων μόνο». (Via Χαριτίνη Ξύδη)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους