[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Άνοιξε αλαφρά-λαφρά την οξώπορτα, διάβηκε τον αξάτο (1) και στάθηκε στον παραστάτη της πόρτας του κατεβατού (2) που ‘ταν μισανοιχτή. Μπρόβαλε κι είδε του Θιγιόνι να περιχαίρεται το μωρό με ματιές και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Άνοιξε αλαφρά-λαφρά την οξώπορτα, διάβηκε τον αξάτο (1) και στάθηκε στον παραστάτη της πόρτας του κατεβατού (2) που ‘ταν μισανοιχτή.

Μπρόβαλε κι είδε του Θιγιόνι να περιχαίρεται το μωρό με ματιές και παπαρίσματα (3). Έκανε σημάδι με το χέρι του και ρώτησε αν κοιμάται το μωρό. — Ναι, είπε αυτή.

Έλα μέσα, ω Παυλή. — Σ ς ς… έκανε κείνος κι έβαλε το δάχτυλό του στα μουστάκια του.

Πήγε ζάλο το ζάλο (4) πα στα νύχια του και στάθηκε από πάνω από την κούνια, έβγαλε το κασκέτο του, αγκάλιασε το Θιγιόνι και λόγιαζε και δε χόρταινε.

Δυο ματοκλαδέλια σκεπάζαν τον ήλιο και δυο αχειλέλια αχνανεμίζονταν, σα να φιλούσαν τον αγέρα και τον μύρωναν.

Και τόντις μέρεψε το σπιτικό τούτο, μια βδομάδα τώρα, απ’ όντας πήραν το μουρέλι ψυχοπαίδι Όλα ξεσερτιάναν (5) και μαλακώσαν εδώ μέσα. — Τάισίς του; Της είπε με νοήματα. — Ναι, είπε αυτή με το κεφάλι. — Έφαγε πουλύ; — Ναι, ξανάπε του Θιγιόνι με τις ματοφυλλάδες της.

Κι οι δυο σταθήκαν σαν αγγελοσκιαγμένοι μπροστά στο θάμα τούτο και θωρούσαν την κούνια, που έπαιρνε ένα σουσούμ (6) μπερδεμένο στα μάτια τους τα δακρυοπλεμένα.

Γύρω-τρόγυρα από την κούνια ανελαμπίζανε διαμαντοστολισμένα, πολύθωρα σπαθιά.

Και καταμεσή, μέσα στην κούνια ο κόσμος όλος κι ο ντουνιάς.

Χωρίς να το καλογρικήσει του Θιγιόνι σουσούμιασε την κούνια τούτη με τα Χριστούγεννα και περιχύθηκε τη χαρά της Παναγιάς στα σωθικά της.

Το χέρι της αθέλητα πήγε στο στήθος της το στείρο και το χάδευε.

Πρώτη φορά κάτι μιρμίδηξε (7) στις ρόγες της κι ανετρίχιασε.

Το κεφάλι της βόϊζε και θωρούσε τα λαμπερά σπαθιά, που αβαρέρναν (8) τα κακά δαιμόνια αλάργα από την κούνια, αλάργ’ από το σπίτι, που στοιχειώσαν από τη μέρα που τον εστεφανώθηκε, από τότες που ‘βαλε, αντίς στεφάνι, τον μπελά του Παυλή στο κεφάλι της. «Ταξιάρχη μ’, βουγήθα!» είπε και σταυροκοπήθηκε. Ο Παυλής πήρε το ποτήρι το ρακί, που του ‘χε βαλμένο στο περβάζι του τζακιού, όπως το συνήθιζε, χαιρέτησε σιμογελαστός κατά το μωρό και το Θιγιόνι και το κένωσε μες στον καταπιόνα του.

Μισοκάλυψε τα μάτια του κι έριξε το βλέμμα του στο μωρό που κοιμούνταν.

Πάσκιζε να δει μέσ’ απ’ τις ματοφλάδες του τα όσα δεν εθώριε με τους χοχλιούς τωνε ματιών του ασκέπαστους.

Να δει προς τα πίσω πριν από το μυστήριο τούτο πόκανε, πριν από το συναπάντημα που είχε μ’ ένα ξενοφερμένον, ώρα του καλή, που τον σίμωσε ο Παυλής για τίποτα κοντραμπάτα, (9) κι αντίς να τον ρίξει στην απόχη του, έπεσ’ ο Παυλής αλάκερος κάτω απ’ το γυαλί του τσελεμπή (10) και ξεγύμνωσε την ψυχή του την πισοβρασμένη και του είπε τα όσα είχε καμωμένα, πόσοι φόνοι, πόσα μαχαιρώματα.

Πως δεν έχει ύπνο.

Πως «αρχόντιν (11) ούλα τα διμόνια τσι τουν βασανίζιν, τουν σκιτζεύγιν (12), σαν καλύψ’ τα μάτια τ’». Κι ο ξένος τον σπλαχνίστηκε, σαν καλός Χριστιανός και τον καθοδήγεψε να πάρει ένα ψυχοπαίδι, αφού δεν του ‘δωσε ο Θεός την άγια χαρά.

Έτσι θα μπορέσει να δει τον ήλιο και θα μερώσει η καρδιά του.

Δεν τον ξανάδε από τότες.

Μα πριν από τούτα είδε ο Παυλής τα ζαμάνια (13) τα παλιά κι απείκασε (14) τώρα μες τα ποδάρια του να σαλαγιόνται σκοτωμένοι, να φωνάζουν παρακαλετά κι αυτός να χτυπά με το μαχαίρι.

Ασπέθες έβγαλαν τα μάτια του τα φονιάδικα.

Πόσοι καβγάδες, πόσα μαχαιρώματα, σκοτωμοί και κοντραμπάτα, κυνηγήματα και κρυφοφευγιά.

Φυλακές, ψευδομάρτυρες και δικηγόροι.

Έκανε τώρα να σφουγγίξει τα μουστάκια του με το καπάκι της παλάμης του κι είδε μια γοργόνα στο καλαμόχερό του.

Σα να πέρασε κρύο φίδι πάν’ από το μούτρο του.

Κι έπεσε πάλι σε βαθιά, καταβοθρισμένη συλλογή.

Όλα περνούσαν τώρα σαν γερανοί, τονα πίσ’ από τ’ άλλο, μες τον συννεφιασμένον ουρανό του λογισμού του και πίσω – πίσω χαμοπετούσε ένα περιστεράκι ασπρακάτο, που κλωθογύριζε στην κούνια και σκέπαζε με τις φτερούγες τα περασμένα.

Και καλοσύνευε το μούτρο του σαν ουρανός ακράτος. (15) Του Θιγιόνι τον παρατηρούσε και δεν μπορούσε να ξεδιαλέξει τίποτα.

Σε μεγάλη απορία την έριξαν τα φερσίματα του Παυλή τώρα και μια βδομάδα.

Ποτέ του πριν δεν μπήκε μες το σπίτι σαν άνθρωπος.

Βροντές στις πόρτες και στη σκάλα, βροντές από το στόμα του κι από τα μάτια τ’ αστραπές που φέρναν τον χαμό.

Μια καλησπέρα δεν άκουσε ποτές της μηδ’ ένα λόγο μαλακό.

Όταν ερχόταν μεθυσμένος, έτρωγε ξύλο για τα περασμένα, που τα θυμόταν όλα κείνη την ώρα και σαν ταίριαζε να ‘ρτει στα καλά του —ο Θιος να τα ‘κανε καλά— ξεμέθυστος, την έδερνε για τα τωρινά.

Στέγνωσε η ψυχή της και τα μάτια της από δάκρυα.

Έσκυψε το κεφάλι της στα θελήματά του και δεν είχε κουράγιο μήδε να κλάψει, μήδε να φυλαχτεί απ’ την οργή του Παυλή.

Μια παρηγοριά γυαλόφεγγε σε μια γωνιούδα της καρδιάς της.

Πως με τα χρόνια, δεν μπορεί, κατασταλάζει ο άνθρωπος.

Άδικα των αδίκων απάντεχε τριάντα χρόνια.

Γέρασε και πάει κι ακόμα ο ίδιος είναι και χειρότερος.

Πενηνταπεντάρης ήταν κι ακόμα από φυλακή σε φυλακή φώλιαζε και ξεφώλιαζε. — Πιε τσι συ κουμμάτ, Θιγιόνι.

Γύρισε και τον στοχάστηκε και για πρώτη φορά ένιωσε τη γλύκα των ματιών του, που ξεχύνονταν και την μελοπερέχυνε ως τα σωθικά της.

Κι ήπιε.

Ήπιαν μαζί πολλά-πολλά, αγκαλιασμένοι για πρώτη φορά και μαζί με τα κορμιά τους πρωταγκαλιαστήκαν κι οι καρδιές τους και περιμπλεχτήκαν μέσα σε μια στυφή γλύκα.

Και καθώς πίνανε αρχινά ο Παυλής το κλάμα, ένα κλάμα αδάκρυτο.

Έκλαιγε η καρδιά του κι από το πιλατεμένο στήθος του έβγαινε ένα μουγκρητό. Το Θιγιόνι πρώτη φορά είδε τέτοιο πράμα. — Γιατί κλαις, ω Παυλή; — ‘γώ; ναι… γιατί; Γιατί κλαίγου; Και τον πήρε το παράπονο για καλά.

Έσπασε η δέση, η φραγή που βαστούσε τόσα χρόνια ποταμό το δάκρυο πίσ’ από τα μάτια του, που δεν έτρεξε ποτές για τίποτα και για κανένα πλάσμα του Θεού.

Χρονώ καημοί και παράπονα, ένας μετανιωμός αναλυτός, που χύθηκε μες την ποδιά του Θιγιόνι.

Κι αυτήν τον εχάιδευε σαν να τον πρωτογνώριζε τώρα.

Αναρροφούσαν και οι δυο, ανεκατώσανε τα δάκρυα και γινήκαν ένα.

Το λυχνάρι περεχούσε μια ήμερη φέξη και σταμπάριζε στον τοίχο τα σουλούπια τους, που παίρναν μια παράξενη μεγαλοσύνη.

Και η φωτιά στο τζάκι καταλάγιασε και τρύπωσε στα κάρβουνα, π’ αναλαμπίζαν μια καλοσυνάτη ζεστασιά.

Άξαφνα το μωρό άνοιξε τα ματέλια του και σιμόκλαψε. Το Θιγιόνι κι ο Παυλής μπροβάλανε στην κούνια.

Το μωρό σιμογέλασε σαν τους είδε κι αυτοί κοιτάχτηκαν κλεφτάτα μες τα μάτια, σφουγγίχτηκαν με τις παλάμες, σαν να ντρεπόταν ο ένας τον άλλο και κατήπιαν ένα γλυκοφαρμακωμένο λυγμό. Το Θιγιόνι πήρε στην αγκαλιά της το αγοράκι, το τύλιξε με το χραμέλι (16) μου και το νταντάνισε.

Όχου τουν του γιο – μ’ του ράλι, ίσως κάποια επαινετική προσφώνηση του διπλό τ’ ανατουράλι μονοετές λουλούδι Το μωρό άπλωσε χεράκια στον Παυλή.

Κι ο Παυλής το πήρε στα χέρια του.

Το σήκωσε ψηλά και το μωρό καρδογέλασε χαρούμενο σαν χελιδονέλι.

Ύστερα σίμωσε το πρόσωπό του στο προσωπάκι του παιδιού, και το λουλούδι απάλυνε το μούτρο το στριφνό και το ‘κανε να λάμπει.

Τα γένια του τ’ αγκύλωσαν και τραβήχτη απορημένο.

Έπιασε με τονα το χεράκι το μουστάκι του και το ‘σερνε και με τ’ άλλο χτυπούσε μπατσάκια το μάγουλο του Παυλή.

Τα μάτια εκεινού αστράψανε — Βρε μπάσταρδι, ακόμα δεν άπλουσι απάνουμ’ χέρ’ κανένας, τσι συ… Το μωρό ξέσπασε σ’ ένα καρδάτο γέλιο, πόκανε τον Παυλή να γελάσει και να πει: — Χτύπα όσου θέλις, μουρέλι – μ. Συ μ’ ήβαλις απουκάτου, στα χιρέλια σ’ παραδίνουμι.

Φάγανε και πέσανε.

Σε λίγο τρεις ανεσαμιές μετρούσανε τη νύχτα, που την ημέρευε τ’ αγιοκάντηλο, μια νύχτα που πέρασε μέσα σε βαθύν ύπνο, που ξεκουράζει κορμί και λογισμό.

Οι αυγίτες οι πετεινοί λάλησαν κι ο Παυλής σηκώθηκε.

Νίφτηκε, προσκύνησε και πήγε στην κούνια και στάθηκε πολλιώρα να στοχάζεται το μωρό.

Δυο δάκρυα μπλέξαν στα ματόκλαδά του. Το Θιγιόνι άναψε φωτιά κι ετοίμασε τον αλίσφακα του Παυλή. — Βάλι μ’ κουμπάνια (17) τσι φέρι μ’ τα τσιρβούλια (18) μ’, είπε και πήγε να σκαλίζει σε κρυψώνες, να σκαλομαθρεύει (19) σε χωσιές και να βγάζει τα σύνεργα που ‘παιρνε σε κάθε ταξίδι του για κοντραμπάτα. Του Θιγιόνι η καρδιά έδεσε κόμπος.

Σταυροκοπήθηκε και κρυφομούγκριξε: «Πάλι τα ίδια, Παναγιούδα μ’ φύλαγι!». Έπινε τώρα τον αλίσφακα καθισμένος σταυροπόδι μπρος στο τζάκι και λόγιαζε το πυρομάχη διαλογισμένος.

Τα μάτια του σα να ζητούσαν κάτι που δεν μπορούσε να το ξεδιαλύνει, να το σουσουμιάσει.

Άνοιξε κατόπι ένα μπόγο και στο άπλωμά του χύθηκαν τσιγαρόχαρτα λαθραία. Το Θιγιόνι δαγκάστηκε, μα δεν επρόκανε να καταπιεί την πίκρα της κι είδε τον Παυλή να ρίχτει πάνω στη φωτιά το «πράμα» και να το κάφτει χεριές – χεριές.

Λόχες αναπηδήξανε σαν όχαινες πυρωμένες και γλύφανε το μπουχαρί (20) κυνηγημένες από το βλέμμα του Παυλή, που φανέρωνε τώρα περηφάνεια και καμάρι για το κάμωμά του.

Κάθε χεριά κι ένας αναστεναγμός έβγαινε από τα φυλλοκάρδια του που τον ξαλάφρωνε.

Έβλεπε τώρα έναν κόσμο, που τον παράδινε στις φλόγες, να φύγει και να διασκορπιστεί από τον καπνοδόχο στα ουράνια.

Μαζί με τις λόχες και τον καπνό φεύγανε όλοι της καρδιάς του οι απόχτυποι, τα σεκλέτια και τα πιλατέματα που τράβαε στον ύπνο και στον ξύπνο του.

Και σαν τ’ απόκαψε όλα κι είδε φύλλα – φύλλα μαύρη αχλιά (21) την αμαρτία αυτή μέσα στο τζάκι, πετάχτηκε απάνω, άρπαξε τον τρουβά με την κουμπάνια, τα λεβόρβερα (22) και τα μαχαίρια από τα χέρια του Θιγιόνι και τον εκρέμασε στον ώμο του. — Φέρι μ’ του τσαπί — Τι να του κάνις τέτοιου πράμα; — Θα πάγου στ’ αμπέλι να τα παραχώσου.

Τσ’ απί τώρα τσι μπρος, γυναίκα, θα σκάφτου τσι θα τσαλιστεύγου (23) τη γη για σένα, για του μουρό, για του μουρό μας.

Άνοιξε την πόρτα.

Ο ήλιος ότι χτυπούσε με τα κέρατά του τον κνικατισμένο ουρανό.

Τα μάτια του Παυλή ανέλαβαν το θάμα της μέρας και γύρισε, αγκάλιασε το Θιγιόνι και την εφίλησε. — Καλό βράδ’, γυναίκα — Πάνι στου καλό! Στου καλό να διαβείς τσι στην καλή την ώρα! είπε κείνη και σήκωσε τη μπόλια της να σφουγγίξει δυο δάκρυα, που ανεβάσαν από μέσ’ από την καρδιά της μια χαρά, που δεν την απογεύτηκε ποτές.

Λεξιλόγιο 1 αξάτο: διάδρομος. (σ.σ.) 2 κατεβατό: βοηθητικό ισόγειο δωμάτιο. (σ.σ.) 3 παπαρίσματα: χαιδέματα, κανακέματα 4 ζάλο το ζάλο = βήμα-βήμα 5 ξεσερτιάναν: ξεσκλήρυναν, μαλάκωσαν. (σ.σ.) 6 σουσούμι: χαρακτηριστικό γνώρισμα στην όψη 7 μυρμίδιζω: ανατριχιάζω, μουδιάζω 8 αβαράρω: απομακρύνω 9 κοντραμπάντο: λαθρεμόριο 10 τσελεμπής: λεβέντης 11 αρχόντιν: έρχονταν 12 σκιτζεύγιν: σκιτζεύω: πειράζω, ενοχλώ επίμονα 13 ζαμάνι: μεγάλο χρονικό διάστημα, στην έκφραση χρόνια και ζαμάνια 14 απείκασε: ένιωσε 15 ακράτος: καθαρός, ανόθευτος 16 χραμέλι: στρωσίδι, κουβερτούλα 17 κουμπάνια: εφοδιασμός με τρόφιμα 18 τσιρβούλια: γουρουνοτσάρουχα που δένονταν μέχρι τα γόνατα 19 σκαλομαθρεύω: ψάχνω 20 μπουχαρί: τζάκι 21 αχλιά: στάχτη 22 λεβόρβερα: αναγραμματισμός του ρεβόλβερ: περίστροφο 23 τσαλιστεύγου: δουλεύω. (σ.σ.) Ψυχοπαίδι, ΣΤΡΑΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΛΗΣ https://logotechnikoistologio.wordpress.com/2023/12/16/%cf%88%cf%85%cf%87%ce%bf%cf%80%ce%b1%ce%af%ce%b4%ce%b9-%cf%83%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b5%ce%bb%ce%b7%cf%83/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences