Η Ανάσα του Μάη Από μικρή, η Δέσποινα έμαθε να μικραίνει. Όχι στο μπόι, μα στον ήχο. Έκλεινε το στόμα όταν έμπαινε ο κυρ-Μηνάς στο σπίτι, έσβηνε τα βήματα στο χώμα όταν περνούσε από το καφενείο. Τα...
Η Ανάσα του Μάη Από μικρή, η Δέσποινα έμαθε να μικραίνει.
Όχι στο μπόι, μα στον ήχο.
Έκλεινε το στόμα όταν έμπαινε ο κυρ-Μηνάς στο σπίτι, έσβηνε τα βήματα στο χώμα όταν περνούσε από το καφενείο.
Τα παιδιά της φώναζαν «βαρέλι» και «ασκί», κι εκείνη μετρούσε τις ανάσες της μέχρι να φτάσει στο δωμάτιο.
Εκεί, κάτω από τη σανίδα που έτριζε, είχε ένα κουτί.
Μέσα δεν είχε σοκολάτες.
Είχε σπόρους.
Σπόρους από αμυγδαλιές, ροδιές, αγριολούλουδα.
Τους μάζευε κάθε Μάη, όταν άνθιζε το ρέμα πίσω από το σπίτι. «Αν φυτέψω κάτι και βγει,» έλεγε μέσα της, «θα πει πως αξίζω να πιάνω χώρο.» Ο πατέρας της, ο Μηνάς, δεν χτυπούσε με ξύλο.
Χτυπούσε με λέξεις. «Τι θα γίνεις εσύ; Ποιος θα σε φορτωθεί;» Η μάνα της, η κυρά-Ρηνιώ, απαντούσε με σιωπή.
Η σιωπή στο σπίτι τους είχε ήχο: σαν καπάκι κατσαρόλας που κοχλάζει.
Στα δεκαεννιά, ο Μηνάς δεν της έφερε προξενιό.
Της έφερε χρέος. «Θα παντρευτείς τον Στάθη τον πετρά.
Χρωστάω στον πατέρα του.
Το σπίτι θα μας το πάρουν αλλιώς.» Ο Στάθης ήταν τριάντα οκτώ, χήρος, με δυο παιδιά και μια φήμη που έσερνε τη σκόνη του χωριού.
Δεν έπινε.
Χειρότερο: ήταν νηφάλιος όταν θύμωνε. Ο Στάθης δεν τη φώναζε «χοντρή». Τη φώναζε «άχρηστη». Δεν τη χτυπούσε κάθε μέρα.
Μόνο όταν τα παιδιά του δεν έτρωγαν, όταν η πέτρα που δούλευε έσπαγε, όταν θυμόταν τη γυναίκα που έχασε.
Τότε τα χέρια του γίνονταν σφυριά. Η Δέσποινα έμαθε να διαβάζει τον καιρό από τα δάχτυλά του.
Όταν τα έτριβε, ερχόταν μπόρα.
Δεν έκρυβε σοκολάτες.
Έκρυβε βιβλία.
Η δασκάλα του χωριού, η κυρία Άρτεμη, της τα έδινε κρυφά. «Διάβαζε,» της έλεγε. «Οι λέξεις κάνουν ρωγμές στους τοίχους.» Η Δέσποινα διάβαζε για γυναίκες που έγιναν καπετάνισσες, γιατροί, βοτανολόγοι.
Το βράδυ, όταν ο Στάθης κοιμόταν, έβγαινε στο πίσω χαγιάτι και φύτευε τους σπόρους της σε τενεκεδάκια.
Ένα για κάθε μπουνιά που δεν ανταπέδωσε.
Ένα για κάθε «άχρηστη» που κατάπιε. Η Άρτεμη δεν της είπε «φύγε». Τη ρώτησε κάτι άλλο: «Αν αύριο ξυπνούσες και ήσουν ελεύθερη, τι θα έκανες πρώτα;» Η Δέσποινα δεν απάντησε.
Δεν ήξερε πώς μοιάζει η ελευθερία.
Ήξερε μόνο πώς μοιάζει ο Μάης.
Το σχέδιο δεν το έκανε η Άρτεμη.
Το έκανε η ίδια.
Ένα πρωί, ο Στάθης έφυγε για τρία μερόνυχτα στη Δράμα, να φτιάξει το πεζούλι ενός δημάρχου.
Τα παιδιά του τα είχε στείλει στη γιαγιά τους.
Το σπίτι έμεινε άδειο. Ήσυχο.
Επικίνδυνα ήσυχο. Η Δέσποινα δεν πήρε τίποτα.
Μόνο το κουτί με τους σπόρους και ένα τετράδιο όπου αντέγραφε ποιήματα.
Άφησε το κλειδί πάνω στο τραπέζι.
Δίπλα, άφησε ένα χαρτί.
Δεν έγραφε «φεύγω». Έγραφε: «Επιστρέφω σε μένα.» Περπάτησε μέχρι το ρέμα. Ήταν Μάης.
Οι αμυγδαλιές είχαν γεμίσει άνθη, αλλά τα κλαδιά ήταν ακόμα γυμνά.
Πέταλα στο χώμα, σαν χιόνι που αρνιόταν να λιώσει.
Φορούσε το κόκκινο σιγκούνι της γιαγιάς της.
Το είχε κρυμμένο χρόνια.
Το φόρεσε όχι για γιορτή.
Το φόρεσε για πόλεμο.
Στην άκρη του χωριού, εκεί που αρχίζει το παλιό καλντερίμι, την περίμενε η Άρτεμη με ένα κόκκινο αγροτικό.
Δεν την πήγε στη Θεσσαλονίκη.
Την πήγε τρία χωριά πιο πέρα, σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο που είχε γίνει ξενώνας για γυναίκες.
Η υπεύθυνη, η κυρά-Φωτεινή, την κοίταξε στα μάτια. «Ξέρεις από φυτά;» ρώτησε. «Μόνο να τα θαυμάζω,» είπε η Δέσποινα. «Τότε θα μάθεις να τα μεγαλώνεις,» της απάντησε. «Είναι το ίδιο με τους ανθρώπους.» Πέρασαν τρεις Μάηδες. Η Δέσποινα δεν αδυνάτισε.
Δεν ήταν αυτό το θέμα. Δυνάμωσε.
Τα χέρια της έγιναν σκληρά από το σκάψιμο.
Έφτιαξε ένα μικρό φυτώριο δίπλα στον ξενώνα. «Ο Κήπος της Δεύτερης Ευκαιρίας» το έγραψε σε μια σανίδα.
Μάθαινε σε άλλες γυναίκες πώς να βάζουν ένα σπόρο στο χώμα και να περιμένουν.
Όχι να προσεύχονται.
Να περιμένουν.
Να ποτίζουν.
Να εμπιστεύονται.
Ένα απόγευμα, είδε τον Στάθη στην αυλόπορτα.
Δεν κρατούσε πέτρα.
Κρατούσε το χαρτί που του είχε αφήσει.
Τσαλακωμένο. «Ήρθα να δω αν αλήθεια επέστρεψες,» της είπε.
Η φωνή του δεν ήταν σφυρί.
Ήταν κάτι που έσπασε. Η Δέσποινα δεν φοβήθηκε.
Τον κέρασε νερό.
Του έδειξε μια αμυγδαλιά που είχε φυτέψει από σπόρο. «Τρία χρόνια,» του είπε. «Τρία χρόνια για να γίνει τόσο δα. Αλλά έγινε.» «Θα γυρίσεις;» ρώτησε εκείνος. «Γύρισα ήδη,» του είπε. «Απλώς όχι σε σένα.» Έφυγε.
Εκείνη έμεινε.
Το βράδυ, έγραψε στο τετράδιό της: «Σήμερα κατάλαβα.
Δεν με έσωσε η φυγή.
Με έσωσε που σταμάτησα να ζητάω άδεια για να υπάρχω.» Και την άλλη μέρα, πάλι φόρεσε το κόκκινο σιγκούνι της και ανέβηκε το καλντερίμι. Όχι για να ξεφύγει. Για να μετρήσει πόσα άνθη άντεξε το δέντρο της. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους