[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι ιδανικές βεβαιότητες και οι ανήλικοι αυτόχειρες. Το θέμα της δημοσιοποίησης της επιστολής της αυτοχειριασθείσης νέας δεν είναι τόσο απλό, ώστε να αποτελέσει άλλο ένα παθιασμένο δίπολο, στο οποίο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι ιδανικές βεβαιότητες και οι ανήλικοι αυτόχειρες. Το θέμα της δημοσιοποίησης της επιστολής της αυτοχειριασθείσης νέας δεν είναι τόσο απλό, ώστε να αποτελέσει άλλο ένα παθιασμένο δίπολο, στο οποίο πρέπει να τρέξουμε να χωριστούμε πάλι σε κερκίδες.

Καμία από τις δύο θέσεις που βλέπω δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο παρουσιάζεται.

Αν θέλουμε να απαντήσουμε με βάση το θετικό δίκαιο, τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά: μετά τον θάνατο οι πληροφορίες παύουν να αποτελούν προσωπικά δεδομένα, καθώς δεν υπάρχει πλέον νομικά το "φυσικό πρόσωπο". Το αναφέρει ο αρ. 27 στο Προοίμιο του GDPR: "Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θανόντων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κανόνες για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θανόντων." Στην Ελλάδα δεν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής, επομένως τα δεδομένων των θανόντων δεν είναι προσωπικά δεδομένα.

Μπορεί βέβαια τα δεδομένα των θανόντων να αφορούν εξ αντανακλάσεως και δεδομένα άλλων ανθρώπων, όπως συγγενών τους, οι οποίοι παραμένουν εν ζωή.

Εκεί, σαφώς και εφαρμόζεται ο GDPR, αλλά δεν είναι πια τα δεδομένα του θανόντος.

Η έννομη τάξη αντιλαμβάνεται τα γραπτά των νεκρών ως μέρος ενός έννομου αγαθού που θεωρείται "υπόλειμμα της προσωπικότητας". Με μία λέξη, αυτό που θέλει να προστατεύσει ο νόμος μετά τον θάνατο είναι η μνήμη.

Γι' αυτό και ποινικοποιεί την προσβολή μνήμης νεκρού.

Όμως, το αδίκημα αυτό τελεί κατ' έγκληση και προϋποθέτει την ενεργοποίηση του συζύγου ή των παιδιών του θανόντος και αν δεν υπάρχουν του αδελφού και των γονέων.

Άρα, οι γονείς της θανούσας μπορούσαν να απαγορεύσουν εάν το ήθελαν την διάχυση αυτής της επιστολής.

Μπορούσαν επίσης και να την επιτρέψουν.

Αυτά με τα νομικά, που μας δίνουν πάντα το "ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο" των ηθικών κανόνων.

Πέρα από το θετικό δίκαιο, υπάρχουν πολύ πιο σύνθετα ζητήματα που εμπλουτίζουν το δέον σε αυτές τις περιπτώσεις και δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα εάν έπρεπε ή όχι να δημοσιοποιηθεί η συγκεκριμένη επιστολή.

Το πρώτο θα έλεγα ότι είναι η ίδια η βούληση της θανούσας: ήθελε άραγε αυτή την δημοσιοποίηση ή ήθελε να προστατευθεί κάποιο απόρρητο τελευταίας επικοινωνίας προς τους γονείς της στους οποίους και μόνον ρητά απευθύνεται; Εδώ μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν.

Θεωρώ όμως ότι η βούληση του θανόντος είναι το πιο σημαντικό από όλα τα κριτήρια, διότι συνδέεται με το ατομικό δικαίωμα.

Ήταν επιλογή της εάν ήθελε ή δεν ήθελε ιδιωτικότητα ως προς αυτή την επιστολή και όσοι κρίνουμε ότι το πρωτείο του ατόμου είναι ο πιο σημαντικός κανόνας για τα πάντα, εκεί θα πρέπει να επικεντρωθούμε.

Έλαβε μέτρα προστασίας της ιδιωτικότητας; Έβαλε την επιστολή σε φάκελο; Την άφησε κάπου κρυφά; Είχε προσδοκία απορρήτου; Αυτά είναι σημαντικά ερωτήματα.

Οι άλλες δύο προσεγγίσεις, μία υπέρ και μία κατά της δημοσιοποίησης παρακάμπτουν το πρωτείο του ατόμου και αναζητούν ηθική θεμελίωση στην κοινωνική πρόσληψη, την συλλογική προσδοκία της κοινωνίας σε σχέση με τις αιτίες, τις αφορμές, τους λόγους που οδήγησαν ένα παιδί στην αυτοκτονία.

Είναι δύο πιο κοινοτιστικές οδοί για να φτάσουμε σε μια απάντηση στο ηθικό δίλημμα.

Η επιτρεπτική προσέγγιση λέει ότι όποιος γράφει το τελευταίο του μήνυμα το γράφει για να απευθυνθεί σε όλους.

Η αιτιολόγηση της αυτοκτονίας αποτελεί μια πάρα πολύ σοβαρή επιλογή που δεν ακολουθείται από όλους τους αυτόχειρες.

Όταν ένας αυτόχειρας επιλέγει να εξηγήσει την αιτία του απονενοημένου διαβήματος, κατ' αυτή την προσέγγιση, έχουμε όλοι όχι απλώς δικαίωμα αλλά και χρέος, υποχρέωση να ενημερωθούμε για ποιό λόγο το έκανε και να αναζητήσουμε το πάθος, με σκοπό βέβαια να το θεραπεύσουμε.

Είναι μια κοινοτιστική, ιδεαλιστική προσέγγιση που λέει ότι μετά από ένα τόσο δραματικό συμβάν οφείλουμε να αναζητήσουμε τί δεν πήγε καλά και να αυτοδιορθωθούμε συλλογικά.

Η απαγορευτική προσέγγιση λέει ότι η δημοσιοποίηση ενός τέτοιου γράμματος υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος να προκαλέσει μιμητές.

Να το διαβάσουν δηλαδή και άλλοι που θεωρούν ότι βρίσκονται σε ανάλογη θέση με την θανούσα και να επηρεαστούν από την θλιβερή επίλυση που η ίδια επέλεξε να δώσει στο πρόβλημα, με κίνδυνο να την μιμηθούν.

Η απαγορευτική προσέγγιση θέλει δηλαδή να αποτρέψει μιμητικές αυτοκτονίες ή την διαμόρφωση μιας αυτοκαταστροφικής τάσης ή ακόμη και την δικαιολόγηση της πράξης αυτής.

Είναι κι αυτή μια μορφή κοινοτιστικής, ιδεαλιστικής προσέγγισης ότι απαγορεύοντας την διάδοση της επιστολής θα προστατευθούν ευάλωτα μέλη της κοινωνίας μας από την μίμηση.

Σοβαρή κριτική μπορεί να γίνει και στις τρεις θεωρήσεις.

Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να βαρύνει ιδιαίτερα η ηλικία της αυτοχειριασθείσης, ένα κριτήριο που διαφοροποιεί σημαντικά την απάντηση σε σχέση με το εάν το ερώτημα είχε διατυπωθεί ανεξαρτήτως ηλικίας.

Δηλαδή το γενικό ερώτημα: "πρέπει να δημοσιοποιούνται οι επιστολές των ανθρώπων που αυτοκτονούν" θα μπορούσε να έχει διαφορετική απάντηση από το πολύ ειδικότερο ερώτημα "πρέπει να δημοσιοποιούνται οι επιστολές των μαθητών της τρίτης λυκείου που αυτοκτόνησαν;". Εκεί εντοπίζω το πρόσθετο βάρος που θα οδηγήσει προς την μία ή την άλλη πλευρά την απάντηση.

Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν αρμοδιότερο να αποφασίσει από τους ίδιους τους γονείς. Εάν η επιλογή τους είναι αυτή, δεν μας πέφτει κανένας απολύτως λόγος.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences