[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Γιάννης, ακόμη ζω: μια ιστορία αγάπης και ελπίδας στη σκιά του Αιγαίου Γιάννη, είμαι ακόμα εδώ. Εκείνη φάνηκε να κολυμπά αργά προς το μέρος του, το σώμα της να λαμποκοπά στα παράξενα κύματα. — Δώσε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Γιάννης, ακόμη ζω: μια ιστορία αγάπης και ελπίδας στη σκιά του Αιγαίου Γιάννη, είμαι ακόμα εδώ.

Εκείνη φάνηκε να κολυμπά αργά προς το μέρος του, το σώμα της να λαμποκοπά στα παράξενα κύματα. — Δώσε μου μια υπόσχεση — μην με αποχαιρετήσεις πριν την ώρα μου. — Γιάννη, κοίτα το μεγαλείο αυτό! — φώναξε με έκσταση η Καλλιόπη, το δέρμα της λουσμένο από το φως του ήλιου και τα μάτια της φωτεινά, παράξενα.

Άνοιξε τα χέρια της, λες και αγκάλιαζε όλο το απέραντο πέλαγος.

Οι καστανές της μπούκλες, με λίγο χρυσαφένιο τόνο από τον ήλιο, κυμάτιζαν ακανόνιστα σαν να τις ανακάτευε ο άνεμος του ονείρου. — Σου το ’χα πει, αυτός ο μήνας θα μείνει αξέχαστος.

Δίπλα της, ο Γιάννης, στεκόταν ξυπόλυτος στον γαλαζόλευκο, σχεδόν διάφανο άμμο.

Διόρθωσε το ψάθινο καπέλο του όπως εκείνοι οι ήρωες των καλοκαιρινών ειδυλλίων και χαμογέλασε αχνά.

Όμως μέσα του, κάτι έκαιγε· η σκέψη πως ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία να κρατήσει την ευτυχία τους τον έκανε να μην ανασαίνει καλά. — Ναι, Καλλιόπη, θα είναι ο καλύτερος μας μήνας, — ψέλλισε απαλά. — Πάντα εσύ είχες το δίκιο.

Όμως η επίμονη ηχώ από τα λόγια του γιατρού πριν δυο μήνες ακόμη και σ’ αυτό το όνειρο βρυχόταν: «Καρκίνος, τελικό στάδιο, δύο-τρεις μήνες». Έτσι βρέθηκαν εδώ — στις παραλίες της Νάξου, γιατί η Καλλιόπη το αποφάσισε: θα ζούσε, όχι θα λυγίσει. — Έλα, να βουτήξουμε; — είπε με έναν παράξενο σπινθήρα στα μάτια της. — Μην είσαι μουντός! Θυμάσαι παλιά, στα ποτάμια στην Άρτα στης γιαγιάς; Φοβόσουν μην παρασύρει το ρεύμα το μαγιό σου! Ο Γιάννης γέλασε, κι ο πόνος του χαμήλωσε για μια ανάσα.

Ήξερε να τον τραβά στο φως, ανάμεσα στα κύματα. — Δεν φοβόμουν, απλώς προστάτευα την αξιοπρέπεια μου! — την πείραξε. — Πάμε λοιπόν! Αλλά αν με φάει σκυλόψαρο, θα φταις εσύ! Γελούσαν με μια φωνή, παιδική, ακαθόριστη, σαν κάθε λογική να είχε διαλυθεί στην αρμύρα του φανταστικού αυγουστιάτικου απογεύματος. Η Καλλιόπη ταραζόταν στις σκιές των κυμάτων, ο Γιάννης την κοίταζε: λουλούδι στο κύμα, όλο ομορφιά και απειλή απώλειας.

Η αγάπη τον πλημμύριζε· το μαρτύριο να τη χάσει ανείπωτο. «Η αγάπη χαρίζει ελπίδα, ακόμη και όταν ο χρόνος μας αρνείται.» Το όνειρο γυρίζει πίσω — στο λύκειο σ’ ένα χωριό της Ηπείρου, όπου όλοι γνωρίζουν τα μυστικά όλων. Η Καλλιόπη μπήκε στην τάξη σαν κομήτης: χαμόγελο μεγάλο, μαλλιά ρέουν μακριά, καρδιές να μαλακώνουν στα μάτια της.

Ήρθε απ’ τα Γιάννενα με όλη της την οικογένεια, έγινε αμέσως το κέντρο της παρέας. Ο Γιάννης, ψηλός, αδέξιος, κρυμμένος πίσω από ένα βιβλίο, δεν πίστευε ποτέ πως εκείνη θα γυρνούσε να τον κοιτάξει.

Όμως, σε εκείνο το απογευματινό σχολικό πάρτι, έκανε το απίστευτο: τη ζήτησε να χορέψουν αργά. — Είσαι διαφορετικός, — του είπε και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. — Δεν προσπαθείς να κάνεις εντύπωση. — Δεν φοβάσαι μήπως σου πατήσω τα πόδια; — αστειεύτηκε.

Το γέλιο της φώτισε το βράδυ κι από τότε έγιναν αχώριστοι.

Τελειώνοντας το σχολείο, ο Γιάννης έφυγε για Αθήνα: ήθελε να γίνει μηχανικός. Η Καλλιόπη για φιλολογία στη Θεσσαλονίκη.

Αντάλλασσαν ατέλειωτα γράμματα σε χαρτιά με άρωμα ρητίνης, λαχταρώντας τις διακοπές να συναντηθούν πάλι.

Η απόσταση δυνάμωσε το συναίσθημα.

Στα είκοσί δύο τους, μόλις πήραν τα πτυχία, παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο στο δημαρχείο, με παράταιρα πλαστικά άνθη στις γλάστρες και φόντο τα τραγούδια του Πάριου.

Η ευτυχία δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο.

Κι έπειτα η καθημερινότητα: ένα μικρό δυάρι στη Νέα Σμύρνη, αδιάκοπη δουλειά, όνειρα για ένα σπίτι, για ένα καφέ.

Η κούραση, τα νεύρα, οι μικροκαβγάδες προέκυψαν — για τα πιάτα, για τους λογαριασμούς, για τα μηδαμινά.

Μια νύχτα, μέσα σε ένα ξέσπασμα, ο Γιάννης άρπαξε το κλειδί κι έκλεισε πόρτα με δύναμη: — Μήπως πρέπει να χωρίσουμε; Η Καλλιόπη κάθισε σιωπηλή στον καναπέ.

Μετά από μια σιωπή είπε χαμηλόφωνα: — Γιάννη, σ’ αγαπώ πολύ για να το χάσουμε αυτό.

Ας ζήσουμε αλλιώς.

Έβαλαν έναν κανόνα: μια μέρα την εβδομάδα για τους δυο τους.

Χωρίς δουλειά, χωρίς τηλέφωνα — μόνο βόλτες, τσάι στη βεράντα, αναμνήσεις.

Η αγάπη άνθισε ξανά, όπως μπουμπούκι που σπάει τον πάγο.

Ύστερα, πέντε χρόνια μετά, πήραν σπίτι με αυλή και άνοιξαν το όνειρο: το «Καφέ Θάλασσα». Σύντομα ήρθαν και οι δίδυμες κόρες — Ειρήνη και Θάλεια, το σπίτι γέμισε γέλια κι ακατάστατα παπούτσια. Η Καλλιόπη ήταν μάνα-πρότυπο, γεμάτη παραμύθια για ύπνο. Ο Γιάννης αναλογιζόταν: «Είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος!» Μα ο χρόνος περνούσε γρήγορα.

Τα κορίτσια μεγάλωσαν, έφυγαν για σπουδές στη Πάτρα και Θεσσαλονίκη, το σπίτι άδειασε. Ο Γιάννης και η Καλλιόπη βυθίστηκαν στη δουλειά, ξεκίνησαν κι άλλο καφέ, όμως δούλευαν μέχρι το χάραμα.

Μια μέρα, πάνω σε ένα φλιτζάνι ελληνικό, η Καλλιόπη σωριάστηκε κάτω, χλωμή σαν άγγελος ξεχασμένος. Ο Γιάννης την κουνούσε πανικόβλητος μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο.

Στο νοσοκομείο είπαν πως ήταν εξάντληση, αλλά εκείνη γελούσε: «Τίποτα, θα μου περάσει.» Την επόμενη μέρα όμως, έχασε ξανά τις αισθήσεις της.

Ο γιατρός, χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια, ξεστόμισε αργά: καρκίνος, μη χειρουργήσιμος, δυο μήνες.

Στο σπίτι, μέσα στη σιωπή, η Καλλιόπη του ψιθύρισε: — Μην φωνάξεις τα κορίτσια.

Δεν θέλω να με δουν έτσι.

Πάμε στη θάλασσα, όπως παλιά ονειρευόμασταν.

Θα ξαπλώνουμε στην αμμουδιά, θα πίνουμε μοχίτος, θα χορεύουμε ως τα ξημερώματα. Τώρα! Κανένα επιχείρημα δεν βγήκε από τα χείλη του.

Η επιθυμία της, δική του ιερή υποχρέωση πλέον.

Το κύμα τον χτύπησε στο μυαλό, πίσω στο τώρα, στην παραλία με τους ιριδίζοντες αστερίες. — Πού ταξιδεύεις πάλι, Γιάννη; — φώναξε η Καλλιόπη, γελώντας σαν νεράιδα. — Είσαι κάπου μακριά. — Εδώ είμαι, — χαμογέλασε, σκουπίζοντας τη νοσταλγία με μια βουτιά. — Απλώς σκεφτόμουν χθες που με κέρδισες στο τάβλι.

Τι κίνηση και αυτή! — Ξύπνα! — γέλασε εκείνη, το γέλιο της να ταξιδεύει με τον άνεμο ως άλλο τραγούδι. — Το βράδυ θέλω ταβερνάκι με μπουζούκια.

Θέλω να χορέψω ζεϊμπέκικο — μέχρι τελικής πτώσης! — Είσαι σίγουρη; Μήπως να ξεκουραστείς; — ρώτησε, σκεπτικός — το ήξερε όμως, τα λόγια για την αρρώστια της δεν είχαν θέση εδώ. — Ζω, Γιάννη! Θέλω να ζω! — είπε με εκείνο το σταθερό τόνο που πάντα νικά. — Υποσχέσου μου πως δε θα με αποχαιρετήσεις πριν έρθει η ώρα.

Υποσχέσου. — Το υπόσχομαι, — μουρμούρισε εκείνος και αγκαλιάστηκαν μέσα στη ζεστή θάλασσα, σαν να τους έκλεινε η ίδια η μοίρα στα χέρια της.

Κύριο νόημα: Η αγάπη κι η πίστη μπορούν να αλλάξουν ακόμα και την πιο βαριά μοίρα.

Ο μήνας στη Νάξο πέρασε σαν δημόσιος ύπνος: βόλτες στο λιμάνι, παγωτό μαστίχα, χοροί στις πλατείες με τους μουσικούς του χωριού. Η Καλλιόπη άνθιζε κατακόκκινη, με μάτια γεμάτα ζωή. Ο Γιάννης, σαστισμένος, σκεφτόταν: μήπως οι γιατροί έκαναν λάθος; Ή μήπως ζούσαν πραγματικά ένα θαύμα; Ένα απόβραδο, στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, η Καλλιόπη ψιθύρισε: — Δεν φοβάμαι.

Ακόμη κι αν αυτό είναι το τέλος, είμαι ευτυχισμένη.

Έχω εσένα, τις κόρες μας, αυτό το ηλιοβασίλεμα.

Η ζωή μου υπήρξε υπέροχη. — Μην το λες, — είπε τρεμάμενα ο Γιάννης. — Θα χορέψεις στους γάμους των εγγονιών μας.

Έσφιξε το χέρι του.

Επέστρεψαν στην Αθήνα και η Καλλιόπη επέμεινε για νέες εξετάσεις.

Η ώρα της αλήθειας ερχόταν με κάθε παράξενο ήχο στον διάδρομο… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences